Στην πολιτική, η μνήμη συχνά αποδεικνύεται τόσο χρήσιμη όσο και ενοχλητική. Ειδικά όταν μια δημόσια συζήτηση αφορά τα κόκκινα δάνεια, τους πλειστηριασμούς και την αναδιάρθρωση του τραπεζικού συστήματος, δεν χωρούν εύκολα ρόλοι «πυροσβέστη» για εκείνους που υπήρξαν μέρος της ίδιας της αρχικής επιλογής.
Η κριτική εδώ δεν πρέπει να είναι προσωπική ούτε να στηρίζεται σε χαρακτηρισμούς. Πρέπει να μείνει εκεί όπου ανήκει: στις δημόσιες αποφάσεις, στις νομοθετικές παρεμβάσεις και στα αποτελέσματά τους. Και σε αυτό το πεδίο, η περίοδος ΣΥΡΙΖΑ φέρει σαφές αποτύπωμα. Ο νόμος 4354/2015 θεσμοθέτησε το πλαίσιο λειτουργίας των funds και των servicers, ενώ οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί εισήχθησαν το 2017 και σταδιακά έγιναν μέρος της καθημερινής πρακτικής της αγοράς. Αυτές είναι πολιτικές επιλογές με συγκεκριμένο θεσμικό βάρος, όχι επικοινωνιακές λεπτομέρειες.
Το πρόβλημα δεν ήταν μόνο το μέγεθος της κρίσης, αλλά ο τρόπος διαχείρισής της
Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια έφτασαν σε πολύ υψηλά επίπεδα κατά την προηγούμενη δεκαετία και δημιούργησαν ισχυρή πίεση στο τραπεζικό σύστημα. Η κριτική προς την τότε κυβέρνηση δεν αφορά μόνο το μέγεθος του προβλήματος, αλλά και το γεγονός ότι δεν προχώρησε σε μια έγκαιρη, συνεκτική και κοινωνικά δίκαιη λύση που να συνδυάζει την εξυγίανση των τραπεζών με πραγματική προστασία των ευάλωτων δανειοληπτών.
Αντιθέτως, το πλαίσιο που διαμορφώθηκε άφησε ανοιχτό τον δρόμο για αγορές δανείων από επενδυτικά σχήματα χωρίς να έχει προηγηθεί πλήρης θωράκιση των δανειοληπτών. Και όταν στη δημόσια συζήτηση τέθηκε το ζήτημα της δυνατότητας εξαγοράς δανείων από τους ίδιους τους οφειλέτες στην τιμή κτήσης τους από τα funds, η τότε κυβερνητική απάντηση ήταν αρνητική. Το αποτέλεσμα ήταν να ενισχυθεί η αίσθηση ότι η πολιτεία λειτούργησε περισσότερο ως διαχειριστής πίεσης παρά ως εγγυητής ισορροπίας.
Η σημερινή εικόνα του τραπεζικού συστήματος δείχνει ότι οι λύσεις κρίνονται από την αποτελεσματικότητα
Σήμερα, το τραπεζικό τοπίο είναι διαφορετικό. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια έχουν μειωθεί αισθητά σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια και ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων κινείται πλέον σε ιστορικά χαμηλότερα επίπεδα. Το πρόγραμμα «Ηρακλής» συνέβαλε καθοριστικά στην απομάκρυνση προβληματικών χαρτοφυλακίων από τους ισολογισμούς των τραπεζών και στην αποκατάσταση της δυνατότητάς τους να χρηματοδοτούν την οικονομία.
Αυτή είναι μια ουσιαστική διαφορά πολιτικής. Άλλο η διαχείριση μέσω πρόχειρων ισορροπιών και άλλο η δημιουργία πλαισίου που καθαρίζει το τραπεζικό σύστημα, βελτιώνει την πιστωτική του ικανότητα και επιτρέπει την επιστροφή του στον βασικό του ρόλο. Αν κάτι διδάσκει η εξέλιξη των τελευταίων ετών, είναι ότι τα προβλήματα δεν λύνονται με συνθήματα ούτε με σκηνοθετημένες αντιπαραθέσεις. Λύνονται με θεσμικό σχέδιο, διαφάνεια και συνέπεια.
Η κοινωνική προστασία δεν μπορεί να είναι προσχηματική
Το πιο κρίσιμο ζήτημα παραμένει η προστασία της πρώτης κατοικίας και των πραγματικά αδύναμων δανειοληπτών. Σε αυτό το πεδίο, η αξιολόγηση μιας κυβέρνησης δεν γίνεται από το πόσο έντονη είναι η ρητορική της, αλλά από το αν δίνει βιώσιμες επιλογές ρύθμισης, αν μειώνει τη δόση εκεί όπου αυτό είναι εφικτό και αν αποτρέπει την απώλεια κατοικίας σε περιπτώσεις που η κοινωνία θεωρεί ότι πρέπει να προστατευθούν.
Η ύπαρξη εξωδικαστικού μηχανισμού με δυνατότητες μεγαλύτερου «κουρέματος» και χαμηλότερων δόσεων είναι ένα βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Το ίδιο ισχύει και για τις ειδικές λύσεις σε δανειολήπτες ελβετικού φράγκου, μια κατηγορία που για χρόνια βρέθηκε εγκλωβισμένη σε δυσμενείς ισοτιμίες και ατελείς ρυθμίσεις. Όταν μια πολιτική δύναμη είχε τον χρόνο και την εξουσία να δώσει απάντηση και δεν το έκανε, είναι δύσκολο να εμφανίζεται εκ των υστέρων ως αποκλειστικός υπερασπιστής των αδυνάμων.
Η ουσία είναι μία: οι υπογραφές μετρούν περισσότερο από τα βίντεο
Το πρόβλημα στην πολιτική αντιπαράθεση δεν είναι ότι διαφωνούν οι πλευρές. Είναι ότι συχνά επιχειρείται η αναστροφή της πραγματικότητας: να παρουσιαστεί ως λύτης εκείνος που συνυπέγραψε το πρόβλημα, ή ως παρελθόν μια πολιτική επιλογή που εξακολουθεί να επηρεάζει την οικονομία και τα νοικοκυριά.
Γι’ αυτό και η δημόσια κριτική οφείλει να είναι αυστηρή αλλά ακριβής. Να λέει καθαρά ότι οι επιλογές του παρελθόντος είχαν συνέπειες. Να αναγνωρίζει ότι σήμερα υπάρχουν πιο αποτελεσματικά εργαλεία. Και να υπενθυμίζει πως η κοινωνική ευαισθησία δεν αποδεικνύεται με επικοινωνιακές εικόνες, αλλά με θεσμούς που λειτουργούν, με λύσεις που εφαρμόζονται και με ευθύνες που δεν διαγράφονται επιλεκτικά.
Στο ζήτημα των κόκκινων δανείων, λοιπόν, η συζήτηση δεν πρέπει να περιστρέφεται γύρω από προσωποποιημένες αφηγήσεις σωτηρίας. Πρέπει να μένει στα γεγονότα: ποιος νομοθέτησε τι, ποιος καθυστέρησε τι, ποιος διόρθωσε τι και με ποιο κόστος για την κοινωνία. Εκεί κρίνεται η πολιτική αξιοπιστία.