Υπάρχει κάτι σχεδόν κωμικό στον τρόπο με τον οποίο ορισμένοι προσπαθούν το τελευταίο διάστημα να παρουσιάσουν μια εικόνα πολιτικής “κατάρρευσης” της κυβέρνησης.
Αν παρακολουθούσε κανείς μόνο Twitter, τηλεοπτικές κραυγές και τα γνωστά επαναστατικά πάνελ, θα πίστευε ότι η κοινωνία είναι έτοιμη να παραδώσει ξανά τη χώρα:
- στον λαϊκισμό,
- στην τοξικότητα,
- στην πολιτική παράνοια,
- στους ανθρώπους που την οδήγησαν στη χειρότερη περίοδο της μεταπολίτευσης.
Μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα.
Οι πολίτες θυμούνται.
Θυμούνται πολύ καλά τι ήταν η Ελλάδα πριν από το 2019.
Και βλέπουν πολύ καθαρά τι είναι η Ελλάδα σήμερα.
Γι’ αυτό και χρειάζεται λίγη σοβαρότητα όταν ακούμε ξανά τους ίδιους ανθρώπους να μιλούν δήθεν για “δημοκρατία”, “δικαιοσύνη” και “νέα αρχή”.
Ποιους ακριβώς εννοούν;
Τον Αλέξη Τσίπρα;
Τον άνθρωπο που:
- έκλεισε τις τράπεζες,
- φόρτωσε τη χώρα με ένα αχρείαστο τρίτο μνημόνιο,
- δίχασε τους Έλληνες,
- μετέτρεψε την Ελλάδα σε διεθνές ανέκδοτο,
- κυβέρνησε με ψέματα, φόρους και τοξικότητα;
Τώρα ξαφνικά παρουσιάζεται πάλι ως κάτι “καινούριο”.
Δεν γίνεται όμως να κάνεις rebranding στην πολιτική μνήμη των πολιτών.
Ο κόσμος θυμάται το 2015.
Και δεν θέλει να το ξαναζήσει.
Και μέσα σε αυτό το κλίμα εμφανίζονται και διάφορες “αντισυστημικές” φιγούρες που επιχειρούν να χτίσουν πολιτική ύπαρξη πάνω στην οργή, στις κραυγές και στη μόνιμη καταγγελία. Χωρίς πρόγραμμα. Χωρίς σχέδιο. Χωρίς καμία σοβαρή πρόταση διακυβέρνησης.
Μόνο θυμό.
Μόνο τοξικότητα.
Μόνο το γνωστό αφήγημα ότι “όλοι είναι ίδιοι”.
Όχι. Δεν είναι όλοι ίδιοι.
Γιατί η πραγματικότητα είναι πεισματάρα.
Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη παρέλαβε μια χώρα τραυματισμένη και ανασφαλή. Και μέσα σε λίγα χρόνια, παρά τις αλλεπάλληλες διεθνείς κρίσεις, κατάφερε πράγματα που πολλοί θεωρούσαν αδύνατα.
Η Ελλάδα σήμερα:
- έχει ανάπτυξη πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο,
- έχει τη χαμηλότερη ανεργία εδώ και πάνω από μία δεκαετία,
- έχει φέρει επενδύσεις δισεκατομμυρίων,
- έχει ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα,
- έχει ισχυρές διεθνείς συμμαχίες,
- έχει ενισχύσει τις Ένοπλες Δυνάμεις όσο ποτέ,
- έχει μετατρέψει το ψηφιακό κράτος από ανέκδοτο σε ευρωπαϊκό παράδειγμα.
Θυμάται κανείς τι ήταν το Δημόσιο πριν από λίγα χρόνια;
Ουρές. Σφραγίδες. Χάος.
Μια χώρα κολλημένη στο παρελθόν.
Σήμερα εκατομμύρια πολίτες εξυπηρετούνται από το κινητό τους μέσα σε δευτερόλεπτα.
Αυτά δεν έγιναν μόνα τους.
Έγιναν επειδή υπήρξε κυβέρνηση που δούλεψε οργανωμένα, με σχέδιο και πολιτική βούληση.
Έγιναν επειδή η χώρα απέκτησε επιτέλους έναν πρωθυπουργό που αντιμετώπισε το κράτος σαν να πρέπει να λειτουργεί — όχι σαν κομματικό λάφυρο.
Υπάρχουν προβλήματα;
Φυσικά και υπάρχουν.
Η ακρίβεια πιέζει.
Η καθημερινότητα πολλές φορές κουράζει.
Υπάρχουν λάθη, αστοχίες και πράγματα που πρέπει να αλλάξουν πιο γρήγορα.
Αλλά υπάρχει μια τεράστια διαφορά:
Η χώρα σήμερα προχωρά μπροστά. Δεν καταρρέει.
Και αυτό το ξέρει η κοινωνία, όσο κι αν κάποιοι προσπαθούν να δημιουργήσουν τεχνητό κλίμα πανικού.
Γι’ αυτό χρειάζεται και λίγη προσοχή από όλους μας.
Γιατί το τελευταίο που χρειάζεται η παράταξη είναι να υιοθετεί η ίδια την ηττοπάθεια που παράγει καθημερινά η αντιπολίτευση.
Ας είμαστε πιο υποψιασμένοι απέναντι σε όσους, ακόμη και εντός των τειχών, επενδύουν στην εσωστρέφεια, στη μιζέρια και στην απογοήτευση.
Η Νέα Δημοκρατία κέρδισε το 2019.
Κέρδισε ακόμη πιο ισχυρά το 2023.
Και κέρδισε γιατί εξέφρασε κάτι βαθύτερο από ένα κόμμα:
Την ανάγκη της κοινωνίας για σταθερότητα, σοβαρότητα και κανονικότητα.
Οι πολίτες που εμπιστεύθηκαν δύο φορές τον Κυριάκο Μητσοτάκη δεν πρόκειται ξαφνικά:
- να ψηφίσουν τον άνθρωπο που τους πήγε στα capital controls,
- να ακολουθήσουν επαγγελματίες της οργής,
- να παραδώσουν τη χώρα σε πολιτικά πειράματα,
- να επιστρέψουν στο χάος του 2015.
Η κοινωνία έχει ωριμάσει.
Και αυτό ακριβώς φοβίζει περισσότερο τους πολιτικούς αντιπάλους της κυβέρνησης.
Ότι πλέον οι πολίτες συγκρίνουν.
Συγκρίνουν ποιος μπορεί να κυβερνήσει και ποιος απλώς φωνάζει.
Ποιος φέρνει αποτέλεσμα και ποιος μόνο καταγγελίες.
Ποιος κρατά τη χώρα όρθια στις κρίσεις και ποιος θα την τίναζε ξανά στον αέρα.
Η Ελλάδα του 2026 δεν είναι τέλεια.
Αλλά είναι πολύ πιο δυνατή, πιο σοβαρή και πιο σύγχρονη από την Ελλάδα που παρέλαβε η Νέα Δημοκρατία.
Και γι’ αυτό, όσο κι αν κάποιοι το προσπαθούν, η χώρα δεν θα γυρίσει πίσω.