SelectedΠολιτική

Μαρινάκης για ΟΠΕΚΕΠΕ: Αρχή της κυβέρνησης να γίνονται δεκτά τα αιτήματα άρσης ασυλίας -Να αξιολογηθούν εκείνοι που μπορεί να έκαναν κάτι παράνομο

Για τη νέα δικογραφία του ΟΠΕΚΕΠΕ και την εμπλοκή πρώην υπουργών και βουλευτών της ΝΔ μίλησε ο Παύλος Μαρινάκης.

Απαντώντας σε σχετική ερώτηση κατά τη διάρκεια της ενημέρωσης των πολιτικών συντακτών, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος τόνισε: «Το πότε (σχετικά με τη επίσημη γνωστοποίηση των ονομάτων) εξαρτάται από το πότε θα έρθει στη Βουλή, είναι μια διαδικασία που δεν είναι κυβερνητική. Όταν έρθει και μπορεί να είναι σε γνώση των κοινοβουλευτικών ομάδων και βουλευτών, θα λάβουμε και εμείς γνώση.

Ο Παύλος Μαρινάκης υπογράμμισε ότι αρχή της κυβέρνησης είναι όταν υπάρχει αίτημα για άρση ασυλίας, αυτό να γίνεται δεκτό.

«Επί της αρχής η κυβέρνηση έχει μια αρχή να γίνονται δεκτά τα αιτήματα άρσης ασυλίας, και αυτό προκύπτει από τα στατιστικά στοιχεία», είπε, παραθέτοντας ενδεικτικά στοιχεία. «97 αιτήματα άρσης ασυλίας έχουν γίνει δεκτά από το 2019» ανέφερε. «Άρα, αρχή μας είναι όταν υπάρχει ένα αίτημα άρσης ασυλίας να γίνεται δεκτό».

Ο κ. Μαρινάκης συνέχισε λέγοντας: «Το δεύτερο που θέλω να επισημάνω είναι, ότι από ό,τι φαίνεται, από τις περιγραφές, από τις διαρροές από αυτά τα οποία διαβάζουμε, μιλάμε για μία περίπτωση συνδρομής σε περιπτώσεις παρανόμων κατά τη Δικαιοσύνη ή προβληματικών ή παράτυπων αγροτικών επιδοτήσεων. Ποια είναι η βασική δουλειά της Κυβέρνησης, του Κράτους και συνολικά των πολιτικών δυνάμεων; Γιατί το τί συνέβη μέχρι τώρα είναι δουλειά της Δικαιοσύνης και όποιος έχει ποινική ευθύνη θα λογοδοτήσει στη Δικαιοσύνη. Δουλειά της Κυβέρνησης είναι να κάνει πράξη το «ως εδώ», να βάλει, δηλαδή, μία γραμμή σε μία παθογένεια, η οποία προφανώς για να μην μιλάμε υποκριτικά μεταξύ μας, δεν είναι μία παθογένεια 5 ή 7 ή 8 ή 9 ετών. Είναι μία διαχρονική παθογένεια. Και να πει «ως εδώ». Το «ως εδώ» στην περίπτωση του ΟΠΕΚΕΠΕ, το να εξασφαλίσουμε, δηλαδή, να μην μπορεί αυτό να συμβεί ξανά, είναι η μεγάλη μεταρρύθμιση που έχει συντελεστεί, με κορωνίδα αυτής τη μετάβαση του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ. Με λίγα λόγια, για να το πούμε απλά στον κόσμο, μετά τη μετάβαση του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ και να θέλουν κάποιοι να παρέμβουν για να γίνει κάτι το οποίο δεν θα έπρεπε να γίνει, δεν θα μπορούν. Θα είναι αδύνατον. Δυστυχώς τη μεταρρύθμιση αυτή, που βάζει μία τελεία σε αυτή την παθογένεια δεν την ψήφισε η αντιπολίτευση και αυτό είναι κάτι που πρέπει να καταγραφεί. Αυτοί, δηλαδή, που φωνάζουν για αυτά που συνέβησαν μέχρι τώρα, δεν ψήφισαν τη βασική μεταρρύθμιση που βάζει ένα τέλος στην επανάληψη τέτοιων φαινομένων. Ανοίγω εδώ μια παρένθεση. Η συζήτηση θεωρώ ότι πρέπει να γίνεται με ειλικρίνεια και ευθύτητα μεταξύ του πολιτικού συστήματος, αλλά και των πολιτών και όχι με υποκρισία. Γιατί βλέπω ότι κάποιοι και μάλιστα παλιά πολιτικά στελέχη και από άλλα κόμματα, πολύ παλιά πολιτικά στελέχη, «ανακάλυψαν» το ρουσφέτι στην Ελλάδα ή το τηλεφώνημα ενός βουλευτή για κάποιον ψηφοφόρο του. Εδώ από ό,τι φαίνεται αξιολογήθηκαν τηλεφωνήματα στα οποία συμμετείχαν βουλευτές, γιατί δεν παρακολουθούνταν βουλευτές, παρακολουθούνταν υπηρεσιακά στελέχη και αυτό το οποίο έκριναν ποινικά ενδιαφέρον προς διερεύνηση οι εισαγγελικές αρχές -μένει να δούμε για ποιους και ποιοι είναι οι διάλογοι- δεν είναι το σύνολο των επικοινωνιών, το σύνολο των τηλεφωνημάτων, αλλά αυτές που μπορεί να συνιστούν τέλεση ποινικού αδικήματος, δηλαδή το αίτημα μιας υλοποίησης μιας παράνομης πληρωμής ή μιας παράνομης πράξης. Οπότε θεωρώ, ότι εδώ πρέπει να είμαστε ειλικρινείς. Μην ρίξουμε στην πυρά το σύνολο των ανθρώπων, οι οποίοι μπορεί να ενδιαφέρθηκαν για κάποιους ψηφοφόρους τους, συντοπίτες τους, αλλά προφανώς να αξιολογηθούν ποινικά εκείνοι που μπορεί να έκαναν κάτι το οποίο ήταν παράνομο, χωρίς αυτό να το συζητάμε. Εδώ και ως σχετικά νεότερος στην πολιτική, αν μου επιτρέπετε να πω, ότι εδώ πρέπει να ακούσουμε και τον κόσμο, την κοινωνία. Το 2026 δεν είναι ούτε 2016, ούτε 2006, πολύ παραπάνω, ούτε 1996 ή 1986. Η κοινωνία τα έχει αφήσει πίσω της αυτά. Γιατί κάποτε όλα αυτά ήταν και αιτήματα να γίνουν όλο και παραπάνω και όλο και περισσότερα. Και πρέπει να ακούσουμε τον κόσμο και συμπεριφορές οι οποίες ενοχλούν τον κόσμο, θα πρέπει να απομονωθούν συνολικά, χωρίς όμως, το ξαναλέω, κάποια κόμματα να συμπεριφέρονται υποκριτικά, δήθεν, πως «έχουν ανακαλύψει τον τροχό».

Μαρινάκης: Ό,τι θα δούμε προέκυψε από δουλειά που έγινε από τις ελληνικές διωκτικές αρχές επί των δικών μας ημερών

«Ανοίγω μια παρένθεση η συζήτηση θεωρώ ότι πρέπει να γίνεται με ειλικρίνεια του πολιτικού συστήματος, αλλά και των πολιτών και όχι με υποκρισία. Βλέπω πολύ παλαιά κομματικά στελέχη ανακάλυψαν το ρουσφέτι στην Ελλάδα ή το τηλεφώνημα ενός βουλευτή για τον ψηφοφόρο του. Εδώ αξιολογήθηκαν τηλεφωνήματα στα οποία που συμμετείχαν βουλευτές γιατί δεν παρακολουθούνταν βουλευτές, παρακολουθούνταν υπηρεσιακά στελέχη και αυτό που έκριναν ποινικά ενδιαφέρον προς διερεύνηση οι εισαγγελικές αρχές, μένει να δούμε για ποιους και ποιοι είναι οι διάλογοι, δεν είναι το σύνολο των τηλεφωνημάτων αλλά αυτές που μπορεί να συνιστούν τέλεση ποινικού αδικήματος. Θεωρώ ότι πρέπει να είμαστε ειλικρινείς, μη ρίξουμε στην πυρά το σύνολο των ανθρώπων που μπορεί να ενδιαφέρθηκαν για ψηφοφόρους ή συντοπίτες τους, αλλά προφανώς να αξιολογηθούν ποινικά αυτοί που έκαναν κάτι το οποίο ήταν παράνομο».

«Τρίτη και τελευταία παρατήρηση, συνηθίζω να δίνω μια πιο μεγάλη απάντηση για ένα θέμα, για να προλαβαίνω και επόμενες ίσως ερωτήσεις. Δεν θυμάμαι πόσες φορές έχω απαντήσει, είτε εγώ, είτε η εκπρόσωπος της Νέας Δημοκρατίας, είτε άλλα κυβερνητικά στελέχη σε ανακοινώσεις όλων των κομμάτων της αντιπολίτευσης περί «καθεστώτος», ότι είμαστε ένα «καθεστώς», μία «αυταρχική Κυβέρνηση». Το κάθε κόμμα με το δικό του τρόπο το έχει πει. Εδώ να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους. Εγώ δεν θυμάμαι, ούτε ξέρω κανένα «καθεστώς», όπως μας κατηγορούν και είναι ίσως η πιο εκτός τόπου και χρόνου κατηγορία που έχω ακούσει για την Κυβέρνηση αυτή, να λειτουργεί επί των ημερών του, όπως πολύ σωστά συνέβη και πολύ καλά έγινε τόσο άψογα μια διαδικασία των διωκτικών αρχών, που συμπεριλάμβανε επισυνδέσεις. Οι επισυνδέσεις δεν έγιναν από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, έγιναν από τις ελληνικές διωκτικές αρχές κατά την περίοδο που περιγράφεται. Και μάλιστα αυτό το δήθεν «καθεστώς», να δέχεται, όπως πολύ σωστά έγινε το ξαναλέω, στο πλαίσιο αυτών των παρακολουθήσεων, που αφορούσαν υπηρεσιακά στελέχη του συγκεκριμένου Οργανισμού, να ακούγονται και βουλευτές του και μάλιστα μετά από τόσα χρόνια, οι βουλευτές αυτού του υποτιθέμενου «καθεστώτος» να λογοδοτούν, εφόσον επιβεβαιωθούν οι φήμες, στη Δικαιοσύνη. Αυτό οφείλω να το παρατηρήσω, γιατί θυμάστε πόσες φορές έχουμε ακούσει τα αντίστοιχα. Δυστυχώς τέτοιες λογικές αντίθετες υπήρχαν στην Ελλάδα. Τις είδαμε στην Ελλάδα. Δηλαδή να υπάρχουν προνομιακές ενημερώσεις κυβερνητικών στελεχών για δικογραφίες, παρεμβάσεις του Μεγάρου Μαξίμου στην Δικαιοσύνη, παρα-υπουργεία Δικαιοσύνης. Γιατί η πτυχή αυτή της υπόθεσης έχει και αυτή την αξία της. Το ξαναλέω, ότι ό,τι θα δούμε προέκυψε από δουλειά που έγινε από τις ελληνικές διωκτικές αρχές επί των δικών μας ημερών» ανέφερε.

Για το εάν οι βουλευτές θα πρέπει να παραιτηθούν, ο κ. Μαρινάκης ήταν σαφής: «Δεν πρόκειται να αποφύγουμε να απαντήσουμε κανένα ερώτημα. Είναι πολύ νωρίς και θεωρώ είναι λάθος να μιλάς για κάτι που δεν έχεις δει. Όταν θα υπάρχει η εικόνα είμαι βέβαιος ότι οι απαντήσεις θα καλύψουν την κοινωνία».

Ερωτηθείς ξανά για την άρση ασυλίας και τα σχόλια της αντιπολίτευσης ότι η κυβέρνηση θα απωλέσει την ηθική δεδηλωμένη στη Βουλή, απάντησε: «Επαναλαμβάνω και μάλιστα μου δίνετε μια ευκαιρία να πω κάτι που δεν συμπεριλήφθηκε στην προηγούμενή μου απάντηση. Το 2019, στο πλαίσιο της Συνταγματικής Αναθεώρησης, την οποία προχωρήσαμε με την ψήφο και βουλευτών και από άλλα κόμματα, έγινε μια πολύ ουσιαστική αλλαγή στο άρθρο που αφορά την άρση βουλευτικής ασυλίας. Στην πραγματικότητα κατέστη υποχρεωτική, εφόσον το αδίκημα, το ερευνώμενο αδίκημα δεν αφορά την άσκηση των βουλευτικών καθηκόντων. Τι είναι αδίκημα το οποίο αφορά την άσκηση βουλευτικών καθηκόντων ή μια μήνυση, να μηνύσει κάποιος έναν βουλευτή γιατί ψήφισε ό,τι ψήφισε στη Βουλή, που είναι αναφαίρετο δικαίωμά του ή γιατί τοποθετήθηκε όπως τοποθετήθηκε και αυτό ενόχλησε κάποιον-δεν μιλάμε για περιπτώσεις ύβρεων ή συκοφαντικών δυσφημίσεων. Αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Αυτός είναι και ο λόγος που αντιστράφηκε ο λόγος που ίσχυε μέχρι το 2019 στις περιπτώσεις που γίνονταν δεκτά τα αιτήματα σε σχέση με τις περιπτώσεις που δεν γίνονταν δεκτά. Επαναλαμβάνω ότι το 2015-2019, δηλαδή την ακριβώς προηγούμενη από εμάς κοινοβουλευτική περίοδο, είχαν γίνει δεκτά 32 αιτήματα και δεν είχαν γίνει δεκτά 61 αιτήματα άρσης ασυλίας. Αντιθέτως, από το 2019 μέχρι σήμερα έχουν γίνει δεκτά 97 αιτήματα άρσης ασυλίας και δεν έχουν γίνει δεκτά 35 αιτήματα άρσης ασυλίας. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε, πριν την όποια συζήτηση για τη νέα δικογραφία που αφορά τον ΟΠΕΚΕΠΕ, είκοσι από αυτούς όλους που σας είπα, δηλαδή τα ενενήντα, είκοσι, είναι βουλευτές της δικής μας Κοινοβουλευτικής Ομάδας. Το ότι κάποιος παραπέμπεται στη Δικαιοσύνη… γιατί τι γίνεται μετά την άρση ασυλίας αν αφορά πλημμέλημα; Προχωρά η διαδικασία και πάει να δικαστεί… Δεν σημαίνει ότι είναι ένοχος. Υπάρχει το τεκμήριο αθωότητας. Ρητώς αναφέρεται αυτό σε κάθε υπόθεση…είναι… δεν αναφέρεται απλά, είναι ταυτοτική έννοια, νομική έννοια, οπότε πολύ απλά η διαδικασία προχωράει, διευκολύνεται η δικαιοσύνη και από κει και πέρα η δικαιοσύνη αξιολογεί. Άρα δεν υπάρχει κανένα θέμα, ούτε ηθικής, ούτε οποιασδήποτε απώλειας δεδηλωμένης. Και έχει ενδιαφέρον αν πραγματικά θα το θέσουν αυτό τα κόμματα, γιατί βουλευτές των οποίων η ασυλία έχει αρθεί είναι αρκετοί και είναι μάλιστα από πολλά κόμματα. Και το ξαναλέω, οι περισσότεροι εξ αυτών με δική τους παρότρυνση, να αρθεί το καθεστώς ασυλίας τους, η ασυλία τους για να πάνε να δικαστούν, όπου θεωρώ ότι είναι και η πιο σωστή κίνηση σε αυτές τις περιπτώσεις, εκτός από ακραίες περιπτώσεις μηνύσεων, όπου γίνεται κατάχρηση του δικαιώματος από κάποιον πολίτη, που εδώ δεν είναι τέτοια περίπτωση».

Διαβάστε ακόμη

Περισσότερα στην κατηγορία: Selected