7 Δεκεμβρίου 2019

Μητσοτάκης στη Handelsblatt: Η Ελλάδα θα είναι μια άλλη χώρα σε δύο χρόνια

Ο πρωθυπουργός επισημαίνει ότι «το κλίμα αισιοδοξίας αντανακλάται στην εικόνα της χώρας στις διεθνείς αγορές»

«Η Ελλάδα θα είναι μια άλλη χώρα σε δύο χρόνια από σήμερα», δηλώνει στη Handelsblatt o πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, τονίζοντας ότι η εικόνα της χώρας έχει ήδη αλλάξει κατά τους πρώτους μήνες της νέας κυβέρνησης. «Περπατώντας στους δρόμους της Αθήνας θα παρατηρήσετε την αλλαγή. Οι πολίτες είναι πιο αισιόδοξοι. Αντιλαμβάνονται ότι η χώρα κινείται στη σωστή κατεύθυνση. Είμαστε το σπάνιο παράδειγμα μιας κυβέρνησης η οποία ήδη, κατά τους πρώτους τέσσερις μήνες, έχει εφαρμόσει περισσότερα από όσα είχε υποσχεθεί», προσθέτει ο κ. Μητσοτάκης.

Ο πρωθυπουργός επισημαίνει ότι «το κλίμα αισιοδοξίας αντανακλάται στην εικόνα της χώρας στις διεθνείς αγορές. Η απόδοση των δεκαετών ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου βρίσκεται σήμερα στο 1,4%. Πριν από οκτώ μήνες βρισκόταν στο 3,8%. Μπορούμε να αναχρηματοδοτήσουμε με αρνητικά επιτόκια τα έντοκα γραμμάτια του ελληνικού δημοσίου. Οι επενδυτές επιστρέφουν. Έχουμε αφήσει πίσω μας την κρίση. Η Ελλάδα δεν ζητά πλέον, αλλά είναι μια χώρα η οποία συμμετέχει επί ίσοις όροις στις συζητήσεις για τα μεγάλα ευρωπαϊκά και παγκόσμια ζητήματα».

«Λύση σε ευρωπαϊκό επίπεδο για το μεταναστευτικό – προσφυγικό»

Στη συνέντευξη, που βρίσκεται στο αυριανό πρωτοσέλιδο της εφημερίδας, με τίτλο «Μήνυμα από την Αθήνα», οι δημοσιογράφοι της Handelsblatt, Gerd Höhler και Nicole Bastian, ρωτούν τον πρωθυπουργό «πόσο ακόμα θα αντέξει η χώρα» την έλευση κάθε μέρα εκατοντάδων μεταναστών και προσφύγων από την Τουρκία στα ελληνικά νησιά. «Αυτό είναι απαράδεκτο, δεν μπορούμε να συνεχίσουμε έτσι» απαντά ο κ. Μητσοτάκης, τονίζοντας ότι η Τουρκία προσπαθεί να χρησιμοποιήσει ως μοχλό πίεσης το μεταναστευτικό για να αναγκάσει την Ευρώπη να κάνει παραχωρήσεις. «Ανέφερα πολύ ανοιχτά στον Πρόεδρο Ερντογάν ότι δεν μπορεί να εκμεταλλεύεται τους μετανάστες και τους πρόσφυγες αν θέλει να έχει σχέσεις καλής γειτονίας με την Ελλάδα», προσθέτει.

«Τον τελευταίο καιρό, όταν προσπαθούμε να επικοινωνήσουμε με την τουρκική ακτοφυλακή και επισημαίνουμε ότι έφυγε μια βάρκα με μετανάστες από τις τουρκικές ακτές, δεν υπάρχει καμία αντίδραση από πλευράς τους. Αυτό είναι απαράδεκτο γιατί παραβιάζει τη συμφωνία ΕΕ – Τουρκίας για το μεταναστευτικό», αναφέρει ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Απευθυνόμενος στους Ευρωπαίους εταίρους επισημαίνει: «Δεν μπορεί μια χώρα της ΕΕ να διεκδικεί τα πλεονεκτήματα της ζώνης του Σένγκεν και να αρνείται ταυτόχρονα να μοιραστεί τα βάρη, όπως κάνουν ορισμένες χώρες της ανατολικής Ευρώπης. Η Ευρώπη αντιμετωπίζει τις χώρες άφιξης όπως η Ελλάδα ως βολικούς χώρους “στάθμευσης” για πρόσφυγες και μετανάστες. Είναι αυτό ευρωπαϊκή αλληλεγγύη; Όχι. Δεν θα το δεχτώ άλλο».

Στο ερώτημα «τι πρέπει να γίνει» ο Πρωθυπουργός απαντά ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να αγνοεί το πρόβλημα και ότι ο ίδιος δεν μπορεί να δεχτεί τη στάση όσων «συμπεριφέρονται σαν να είναι αποκλειστικά ένα πρόβλημα της Ελλάδας».

«Θα πρέπει να δοθεί λύση σε ευρωπαϊκό επίπεδο» τονίζει. Πιο συγκεκριμένα, ο κ. Μητσοτάκης δηλώνει ότι «η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να προωθήσει τις προτάσεις του Υπουργoύ Εσωτερικών της Γερμανίας Horst Seehofer για τη μεταρρύθμιση του συστήματος ασύλου, του Κανονισμού του Δουβλίνου». (Σύμφωνα με την πρόταση Seehofer, οι διαδικασίες για τη χορήγηση ασύλου θα μπορούν να ξεκινούν σε χώρες που βρίσκονται στα εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να ολοκληρώνονται σε άλλα κράτη της ΕΕ).

Ο πρωθυπουργός τονίζει τις ενέργειες που έχει ήδη αναλάβει η κυβέρνηση, όπως η αυστηροποίηση και επιτάχυνση των διαδικασιών ασύλου. «Όποιος δεν λαμβάνει άσυλο, πρέπει να επιστρέφει είτε στην Τουρκία είτε στη χώρα προέλευσής του. Γι’ αυτό θα δημιουργήσουμε κλειστά προαναχωρησιακά κέντρα. Εκτός αυτών, θα ενισχύσουμε την ακτοφυλακή μας, για να μπορεί να επιτηρεί καλύτερα τη θαλάσσια περιοχή μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας».

Παράλληλα, ο κ. Μητσοτάκης στέκεται ιδιαίτερα στο ζήτημα των 4.000 ασυνόδευτων ανηλίκων που βρίσκονται στην Ελλάδα: «Γνωρίζετε τι θα συμβεί αν δεν φροντίσουμε αυτά τα παιδιά στα κατάλληλα ιδρύματα; Θα πέσουν θύματα εκμετάλλευσης. Θα έβλαπτε τόσο πολύ την Ουγγαρία ή την Πολωνία αν υποδέχονταν εκατό από αυτά τα παιδιά;», τονίζει.

Το πλεόνασμα 3,5% ήλθε λόγω έλλειψης εμπιστοσύνης

Όσον αφορά τα δημοσιονομικά, ο πρωθυπουργός σημειώνει ότι θα τηρηθεί ο στόχος του πρωτογενούς πλεονάσματος ύψους 3,5% του ΑΕΠ για το 2020, «τον οποίο συμφώνησε η προηγούμενη κυβέρνηση με τους δανειστές», προσθέτοντας με σαφήνεια ότι η νέα κυβέρνηση θα θέσει το ζήτημα της μείωσης του στόχου για το 2021 και το 2022. «Δεν χρειαζόμαστε πια πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 3,5% και αυτό γιατί μπορούμε να αναχρηματοδοτούμε το χρέος μας με πολύ χαμηλότερα επιτόκια από ό,τι αναμενόταν», τονίζει ο κ. Μητσοτάκης μνημονεύοντας το γεγονός ότι οι αποφάσεις για τα υψηλά πλεονάσματα ελήφθησαν επί των ημερών του ΣΥΡΙΖΑ, «σε μια εποχή κατά την οποία υπήρχε πολύ χαμηλό επίπεδο εμπιστοσύνης για την Ελλάδα».

Η Ελλάδα «γραμμή άμυνας κατά του λαϊκισμού»

Κληθείς να απαντήσει αν η Ελλάδα έχει αφήσει πίσω της την εποχή του λαϊκισμού, μετά από τα 4,5 χρόνια θητείας της προηγούμενης κυβέρνησης, ο κ. Μητσοτάκης σημειώνει: «Νικήσαμε τόσο τους αριστερούς λαϊκιστές, όσο και τους ακροδεξιούς εξτρεμιστές της Χρυσής Αυγής».

«Ήταν απίστευτος ο βαθμός ανικανότητας που επέδειξαν κατά τη διακυβέρνηση τους. Ήταν μια οδυνηρή εμπειρία και κόστισε στη χώρα μας μια περιουσία» τονίζει.

Ο πρωθυπουργός αναφέρει ότι η Ελλάδα αποτελεί πλέον σε ευρωπαϊκό επίπεδο τη «γραμμή άμυνας κατά του λαϊκισμού». Ερωτηθείς ποια συμβουλή δίνει σε άλλα ευρωπαϊκά κόμματα που προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τους λαϊκιστές, απαντά: «Τα παραδοσιακά κόμματα πρέπει να αναγνωρίσουν ότι πολλές ανησυχίες του λαού, τις οποίες εκμεταλλεύονται οι λαϊκιστές, είναι πραγματικές. Για παράδειγμα, οι εισοδηματικές ανισότητες, το τεχνολογικό χάσμα, τα ζητήματα ταυτότητας που σχετίζονται με το πρόβλημα της μετανάστευσης ή το γεγονός ότι οι μεγάλες πόλεις αναπτύσσονται με ταχύτερους ρυθμούς αφήνοντας πίσω τις περιοχές της υπαίθρου. Πρόκειται για ζητήματα που έχουν εν τέλει υπαρξιακό χαρακτήρα, που αγγίζουν πολλούς ανθρώπους και η πολιτική πρέπει να ασχολείται μαζί τους».



Πολιτική