21 Οκτωβρίου 2020

Ποινικός Κώδικας: Τέλος στις αυτεπάγγελτες διώξεις τραπεζικών στελεχών για απιστία

Διώξεις θα ασκούνται μετά από μηνύσεις – Στόχος της κυβέρνησης να ξεπαγώσουν οι δανειοδοτήσεις – Οι τροπολογίες στον Ποινικό Κώδικα που κατατέθηκαν στην Βουλή

Το νομοσχέδιο του υπουργείου Δικαιοσύνης με τις τροποποιήσεις στον Ποινικό Κώδικα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας κατατέθηκε σήμερα το βράδυ στην Βουλή.

Το περιεχόμενο του νομοσχεδίου είχε αποκαλύψει αποκλειστικά την περασμένη Κυριακή το Πρώτο ΘΕΜΑ.

Το σημείο αιχμής του νομοσχεδίου ήταν το «καυτό» ζήτημα του αδικήματος της απιστίας, που αναφέρεται στο άρθρο 390 του Ποινικού Κώδικα.

Έτσι, σύμφωνα με το νομοσχέδιο που κατατέθηκε στην Βουλή για τον καταλογισμό (άσκηση ποινικής δίωξης) του αδικήματος της απιστίας ως προς τα Τραπεζικά στελέχη (και ειδικά αυτά που χορηγούν δάνεια) απαιτείται η προηγούμενη έγκληση. Δηλαδή, απαιτείται ο θιγόμενος να καταθέσει μηνυτήρια αναφορά κατά του τραπεζικού στελέχους.

Η διαφοροποίηση αυτή, κρίθηκε αναγκαία από την ηγεσία του υπουργείου Δικαιοσύνης, προκειμένου να ανοίξει το καθεστώς των δανειοδοτήσεων και να ενισχυθεί η αγορά και ο τομέας της ανάπτυξης.

Όπως, έλεγαν κυβερνητικά στελέχη η διαφοροποίηση αυτή κρίθηκε παράλληλα αναγκαία καθώς τα τραπεζικά στελέχη, με το φόβο να βρεθούν κατηγορούμενοι, εμμέσως πλην σαφώς, είχαν «παγώσει» την χορήγηση δανείων η οποία γινόταν με το σταγονόμετρο και κάτω από αυστηρές εγγυήσεις.

Παράλληλα, το θέμα της εξαίρεσης των τραπεζικών στελεχών είχε τεθεί και από τους δανειστές μας.

Την ίδια στιγμή μετά την ψήφιση του νομοσχεδίου από την Βουλή οι εκκρεμείς υποθέσεις που αφορούν τραπεζικά στελέχη τα οποία βαρύνονται με το αδίκημα της απιστίας, θα τεθούν στο αρχείο.

Αντίθετα, ως προς όλες τις άλλες περιπτώσεις εφόσον έχει διαπραχθεί το αδίκημα της απιστίας, η ποινική δίωξη είναι αυτεπάγγελτη, δηλαδή δεν χρειάζεται η κατάθεση μηνύσεως, αλλά απαιτείται η εισαγγελική παρέμβαση.

Η επίμαχη διαφοροποίηση περιλαμβάνεται στο άρθρο 5 του νομοσχεδίου, το οποίο τροποποιεί, μεταξύ των άλλων, το ισχύον άρθρο 390 του Ποινικού Κώδικα, με την προσθήκη νέου εδαφίου στην δεύτερη παραγράφου του εν λόγω άρθρου, που αναφέρει: «Αν η απιστία στρέφεται άμεσα κατά τραπεζικού ιδρύματος, η δίωξη ασκείται μόνο κατ΄ έγκληση».

Οι τροπολογίες του νομοσχεδίου

Το νομοσχέδιο, μεταξύ των άλλων, προβλέπει:

-Για τους πολυιοσοβίτες όπως είναι οι καταδικασθέντες για την υπόθεση της τρομοκρατικής οργάνωσης «17Ν» ότι θα έχουν δικαίωμα να ζητήσουν αποφυλάκιση μόνο αφού εκτίσουν 22 έτη από την ποινή που τους έχει επιβληθεί και όχι 17 έτη, όπως προβλέπεται σήμερα με τον αναμορφωμένο Ποινικό Κώδικα του ΣΥΡΙΖΑ.

-Ποινή φυλάκισης έως τρία έτη «σε όποιον δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω του Διαδικτύου απειλεί με τέλεση τρομοκρατικής πράξης ή προκαλεί ή διεγείρει σε διάπραξή της και έτσι εκθέτει σε κίνδυνο δημόσια τάξη». Με την ίδια ποινή φυλάκισης (έως τρία έτη) τιμωρείται όποιος πραγματοποιεί ταξίδια «με σκοπό να τελέσει ή να συμβάλει στην τέλεση τρομοκρατικού εγκλήματος, να συμμετάσχει στις δραστηριότητες τρομοκρατικής ομάδας, με επίγνωση του γεγονότος ότι η εν λόγω συμμετοχή θα συμβάλλει στις εγκληματικές δραστηριότητες αυτές της ομάδας ή με σκοπό να προσφέρει ή να παρακολουθήσει εκπαίδευση για τέλεση τρομοκρατικών πράξεων».

-«Όποιος κατασκευάζει, προμηθεύεται, ή κατέχει εκρηκτικές ύλες, ή εκρηκτικές βόμβες από τις οποίες μπορεί να προκληθεί κίνδυνος για άνθρωπο τιμωρείται με φυλάκιση τριών ετών». Αντίθετα, αν χρήση των βομβών μολότοφ γίνεται σε δημόσιους χώρους ο δράστης θα τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη (κακούργημα). Πάντως ο δράστης δεν τιμωρείται αν παραδώσει με τη θέλησή του στις αρχές τις εκρηκτικές ύλες που κατέχει ή εμπόδισε άλλους να κάνουν χρήση αυτών.

– Φυλάκιση έως τρία έτη προβλέπεται για όποιον παράνομα εισέρχεται και παραμένει σε δημόσια κτήρια (νοσοκομεία, πρεσβείες, δικαστήρια, επιχειρήσεις κοινής ωφελείας ΔΕΗ, κ.τλ.) «και προκαλεί έτσι διακοπή η σοβαρή διατάραξη της ομαλής διεξαγωγής της υπηρεσίας».

– Κακούργημα με προβλεπόμενη ποινή κάθειρξης έως δέκα έτη άλλα και χρηματική ποινή, αποτελεί η διακεκριμένη κλοπή, δηλαδή όταν η αξία των κλοπιμαίων είναι άνω του ποσού των 120.000 ευρώ. Επίσης, κακούργημα αποτελεί και η κλοπή ή διάρρηξη που έγινε από δυο η περισσότερα άτομα που είχαν συγκροτήσει συμμορία για το σκοπό αυτό, ανεξάρτητα της αξίας των κλοπιμαίων.

– Μέχρι και ισόβια κάθειρξη για όποιον οδηγεί υπό την επήρεια αλκοόλ ή ναρκωτικών και προκαλέσει απώλεια ανθρώπινων ζωών.

Δείτε εδώ την Αιτιολογική – Εισηγητική Έκθεση

Δείτε εδώ τις τροποποιούμενες ή καταργούμενες διατάξεις

Δείτε εδώ τις Διατάξεις του Σχεδίου Νόμου



Πολιτική