«Πρόλογος
Κατά την σημερινή κορυφαία εκδήλωση αποτίουμε τον οφειλόμενο φόρο τιμής στον εμβληματικό Ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη εδώ, στην Ύδρα, την γενέτειρά του αλλά και τον τόπο όπου έχει ταφεί και πορεύεται προς την αιωνιότητα που του αναλογεί. Ο Ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης, όπως πλέον έχει καταστεί κοινή ιστορική συνείδηση, προσέθεσε τις δικές του λαμπρές σελίδες στην Ιστορία μας κυρίως κατά την διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων και κατ’ εξοχήν ως Κυβερνήτης του Θωρηκτού «Αβέρωφ», με νωπές πάντα τις μνήμες των ανεπανάληπτων επιτευγμάτων προεχόντως των Ναυμαχιών της Έλλης, την 3η Δεκεμβρίου 1912 και της Λήμνου, λίγο μετά, την 5η Ιανουαρίου του 1913. Ναυμαχιών οι οποίες επέφεραν, θριαμβευτικώς, τις βαριές ήττες του μεγάλου στόλου της τότε Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τον ανάγκασαν να υποχωρήσει ατάκτως στα Δαρδανέλια.
Α. Το έπος αυτό του Ναυάρχου Παύλου Κουντουριώτη αποτελεί, διαχρονικώς, και ένα κορυφαίο ιστορικό δίδαγμα για εμάς, τους Έλληνες, ως προς το ποιο πρέπει να είναι, αδιαλείπτως, το Εθνικό Χρέος μας έναντι της Τουρκίας. Μίας Τουρκίας η οποία παγίως, και ιδίως σήμερα, επιβουλεύεται ευθέως την Πατρίδα μας, παραβιάζοντας προκλητικώς τόσο το Διεθνές Δίκαιο στο σύνολό του όσο και αυτό τούτο το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, μολονότι βρίσκεται σε ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Και είναι αδιανόητο, επέκεινα δε και απαράδεκτο, η Διεθνής Κοινότητα από την μία πλευρά και η Ευρωπαϊκή Ένωση από την άλλη να παρακολουθούν με τέτοια απάθεια τις προκλήσεις και την κατάδηλη παραβατική συμπεριφορά της Τουρκίας, ανεχόμενες δίχως ίχνος σοβαρής αντίδρασης μέσω των κατάλληλων κυρώσεων ακόμη και την επί πάνω από 50 χρόνια κατοχή του 1/3 του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας, πλήρους Κράτους-Μέλους του ΟΗΕ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και του σκληρού πυρήνα της, της Ευρωζώνης.
Β. Θα μείνω στο σήμερα για να προσθέσω στα προεκτεθέντα κατά κύριο λόγο το εξής: «Συνεπής» στην πάγια τακτική της να προσθέτει ανύπαρκτα ζητήματα προς διαπραγμάτευση με την Ελλάδα -και, συνακόλουθα, να αμφισβητεί την αδιαπραγμάτευτη Εθνική Θέση μας ότι μεταξύ μας υφίσταται μία, και μόνη, διαφορά, εκείνη της οριοθέτησης της Νησιωτικής Υφαλοκρηπίδας και της αντίστοιχης Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ)- η Τουρκία εγείρει ιταμώς και ζήτημα ως προς το αν η Ελλάδα έχει δικαίωμα να θωρακίζει αμυντικώς όλα, ανεξαιρέτως, τα Νησιά της στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Και μάλιστα ανεξαρτήτως του ποια είναι η έκτασή τους και αν κατοικούνται ή όχι. Είναι δε άκρως χαρακτηριστικό της προκλητικότητάς της αυτής το ότι η Τουρκία εγείρει ένα τέτοιο ζήτημα φθάνοντας στο σημείο -και πέραν της παραβίασης του Διεθνούς Δικαίου και του Ευρωπαϊκού Δικαίου- είτε να διαστρεβλώνει πλήρως το νόημα συγκεκριμένων διατάξεων της Συνθήκης της Λωζάνης. Είτε, ακόμη χειρότερα, να επικαλείται Διεθνείς Συμβάσεις στις οποίες δεν είναι καν συμβαλλόμενο μέρος, όπως π.χ. την Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων του 1947 για τα Δωδεκάνησα που αποτελεί για την Τουρκία «res inter alios acta». Στις απαράδεκτες, θεσμικώς και πολιτικώς, αυτές προκλήσεις της Τουρκίας η Ελλάδα ανυποχωρήτως απαντά, πάντα με βάση τον συνδυασμό του Διεθνούς Δικαίου με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο -και ενεργώντας επιπλέον και για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αφού το έδαφος και τα σύνορα της Ελλάδας είναι έδαφος και σύνορα και της Ευρωπαϊκής Ένωσης- ότι έχει όχι μόνο θεμελιωμένο δικαίωμα αλλά και εξίσου θεμελιωμένη υποχρέωση αμυντικής θωράκισης όλων, ανεξαιρέτως και δίχως οιαδήποτε διάκριση, των Νησιών της στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Το δικαίωμα αυτό της Ελλάδας βρίσκει σταθερό έρεισμα και στις διατάξεις του πρωτογενούς Ευρωπαϊκού Δικαίου, δοθέντος ότι συγκεκριμένοι κανόνες της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΕΕ) και της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) το εγγυώνται, ιδίως όταν εφαρμόζονται σε συνδυασμό με αντίστοιχες ρυθμίσεις του Διεθνούς Δικαίου -εν προκειμένω του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ και του Εθιμικού Διεθνούς Δικαίου- οι οποίες εν πάση περιπτώσει αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου.
Ι. Το νομικό καθεστώς της Συνθήκης της Λωζάνης του 1923 και της μετέπειτα Συνθήκης του Μοντρέ του 1936, καθώς και της Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων του 1947
Κατ’ αρχάς επισημαίνεται ότι το αναφαίρετο δικαίωμα της Ελλάδας να θωρακίζει αμυντικώς συγκεκριμένα Νησιά της στο Αιγαίο εδράζεται, με την δέουσα και ευκρινέστατη νομική ασφάλεια, στην Συνθήκη της Λωζάνης, του 1923, όπως αυτή τροποποιήθηκε μεταγενεστέρως, το 1936, με την Συνθήκη του Μοντρέ. Ενώ ως προς άλλα Ελληνικά Νησιά στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο -συγκεκριμένα δε ως προς τα Δωδεκάνησα- η Τουρκία κατ’ ουδένα τρόπο νομιμοποιείται να επικαλείται την Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων του 1947.
Α. Η Συνθήκη της Λωζάνης του 1923 και η τροποποίησή της με την Συνθήκη του Μοντρέ του 1936
Η Συνθήκη της Λωζάνης του 1923 μεταξύ άλλων στο πλαίσιο των διατάξεων του άρθρου 1 δίδει τον ορισμό των «Στενών». Και στο πλαίσιο των διατάξεων του άρθρου 4 καθορίζει τις νομικές διαστάσεις της αποστρατιωτικοποίησης των Νησιών της περιοχής, ορίζοντας και ότι: «Οὐδετεροποιοῦνται αἱ κάτωθι ὁριζόμεναι ζῶναι καὶ νῆσοι… 3. Ἐν τῷ Αἰγαίω, αἱ νῆσοι Σαμοθράκη, Λῆμνος, Ἴμβρος, Τένεδος καὶ αἱ Λαγοῦσοι Νῆσοι (Μαυρυαί)».
1. Τα νομικά δεδομένα της Συνθήκης του Μοντρέ του 1936
Το καθεστώς αυτό της Συνθήκης της Λωζάνης τροποποιήθηκε με την Συνθήκη του Μοντρέ, το 1936. Η οποία από την μία πλευρά επαναλαμβάνει στο προοίμιό της, σχετικώς αορίστως, τον ορισμό των «Στενών» και, από την άλλη πλευρά, δεν απαριθμεί πλέον ρητώς τα ως άνω πέντε Νησιά. Ερμηνεύοντας την διατύπωση αυτή της Συνθήκης του Μοντρέ ως άρση του καθεστώτος αποστρατιωτικοποίησης η Τουρκία έσπευσε, αμέσως μετά την έναρξη της ισχύος της, να στρατιωτικοποιήσει τα τρία Νησιά που υπάγονται στην κυριαρχία της, δηλαδή την Ίμβρο, την Τένεδο και τις Λαγούσες. Με δεδομένο ότι κατά την Συνθήκη της Λωζάνης -και κατά ρητή μάλιστα δήλωση του τότε Mustafa Ismet Pasha και, μετά το 1934, Ismet Inönü, στο πλαίσιο της σχετικής Συνδιάσκεψης της Λωζάνης- αναφορικά με την αποστρατιωτικοποίησή τους και τα πέντε προμνημονευόμενα νησιά θεωρήθηκαν ως «ενιαίο γεωγραφικό σύνολο» για τους σκοπούς του νομικού προσδιορισμού της «Ζώνης των Στενών», δεν είναι νοητή η διαφορετική μεταχείρισή τους στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης του Μοντρέ.
2. Η ανάγκη ενιαίας θεσμικής αντιμετώπισης του καθεστώτος όλων των Νησιών που υπάγονται στην «Ζώνη των Στενών»
Άρα -και ιδίως σύμφωνα με την κατά την αρχή της αναλογικής ισότητας ερμηνεία των διατάξεων του Διεθνούς Δικαίου εν γένει- δεν είναι νοητό και επιτρεπτό να γίνεται δεκτή, ύστερα από την Συνθήκη του Μοντρέ, ήτοι από το 1936, μόνον η επαναστρατιωτικοποίηση των τριών νησιών της Τουρκίας Ίμβρου, Τενέδου και Λαγουσών, όχι όμως και εκείνη των Ελληνικών Νησιών της Σαμοθράκης και της Λήμνου. Πράγμα που σημαίνει ότι ως εντασσόμενα όλα, ανεξαιρέτως, τα Νησιά αυτά στην νομική ενότητα «των Στενών», μετά την Συνθήκη του Μοντρέ επαναστρατιωτικοποιήθηκαν, και δη στο σύνολό τους. Επομένως, αυτοθρόως επαναστρατιωτικοποιήθηκαν τόσον η Λήμνος όσο και η Σαμοθράκη.
Β. Η Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων του 1947
Προκαταρκτικώς διευκρινίζεται, ειδικώς ως προς το νομικό καθεστώς των Δωδεκανήσων, πως το καθεστώς της τελικής παραχώρησής τους στην Ελλάδα διέπεται από τις διατάξεις της Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων (10 Φεβρουαρίου του 1947) μεταξύ των Συμμάχων, νικητών του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, και της Ιταλίας. Ιδιαίτερη σημασία, εντός αυτού του θεσμικού πλαισίου, έχουν οι διατάξεις του άρθρου 14 της προαναφερόμενης Συνθήκης, σύμφωνα με τις οποίες: «1. Ἡ Ἰταλία ἐκχωρεῖ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐν πλήρει κυριαρχίᾳ τὰς νήσους τῆς Δωδεκανήσου τὰς κατωτέρω ἀπαριθμουμένας, ἤτοι: Ἀστυπάλαιαν, Ρόδον, Χάλκην, Κάρπαθον, Κάσον, Τῆλον, Νίσυρον, Κάλυμνον, Λέρον, Πάτμον, Λιψόν, Σύμην, Κῶ καὶ Καστελλόριζον ὡς καὶ τὰς παρακειμένας νησῖδας. 2. Αἱ ἀνωτέρω νῆσοι θὰ ἀποστρατιωτικοποιηθώσι καὶ θὰ παραμείνωσιν ἀποστρατιωτικοποιημέναι.» Από τις διατάξεις αυτές, ερμηνευόμενες στο πλαίσιο του συνόλου τόσο του Διεθνούς Δικαίου όσο και του Ευρωπαϊκού Δικαίου, καθ’ ό μέτρο αποτελούν πλέον και μέρος του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου -άρα και με βάση τις γενικές αρχές οι οποίες διέπουν την ερμηνεία του Διεθνούς Δικαίου και του Ευρωπαϊκού Δικαίου- συνάγονται και τα ακόλουθα ως προς το ισχύον νομικό καθεστώς των Δωδεκανήσων σε ό,τι αφορά την αμυντική τους θωράκιση.
1. Οι διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 1 της Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων του 1947
Η διατύπωση των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 14 της Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων είναι τόσο σαφής, ώστε δεν αφήνει περιθώριο αμφιβολίας ως προς την ουσία και την έκταση της lato sensu Κυριαρχίας της Ελλάδας επί των Δωδεκανήσων και, επομένως, κανένα περιθώριο αμφισβήτησης, από οιαδήποτε πλευρά και αν προέρχεται. Ειδικότερα:
α) Η Κυριαρχία αυτή είναι πλήρης, γεγονός το οποίο σημαίνει ότι ουδένα περιορισμό επιδέχεται κατά την άσκησή της. Το δε ειδικότερο περιεχόμενο της πλήρους κατά τ’ ανωτέρω Κυριαρχίας προσδιορίζεται, ως προς τα Δωδεκάνησα, κατ’ εξοχήν με βάση τους κανόνες του εκάστοτε ισχύοντος Ελληνικού Συντάγματος περί Κυριαρχίας, καθώς και με βάση τις περί Κυριαρχίας των Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης διατάξεις, ιδίως δε τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 2 της ΣΕΕ. Οιαδήποτε, λοιπόν, αμφισβήτηση της ερμηνείας των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 14 της Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων συνιστά, ταυτοχρόνως, παραβίαση και του Διεθνούς Δικαίου αλλά και του Ευρωπαϊκού Δικαίου, για την άρση της οποίας η Ελλάδα νομιμοποιείται να προσφύγει, όποτε το κρίνει σκόπιμο, στα κατά περίπτωση αρμόδια Διεθνή και Ευρωπαϊκά Fora.
β) Η κατά τα προαναφερόμενα πλήρης Κυριαρχία της Ελλάδας εκτείνεται όχι μόνο σε όλα τα Νησιά που αναφέρονται ρητώς στις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 14 της Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων αλλά, κατά την κατηγορηματική διατύπωση της παραγράφου αυτής, επιπροσθέτως και επί των «παρακειμένων νησίδων», στο σύνολό τους. Επειδή δε οι διατάξεις αυτές ουδεμία διάκριση καθιερώνουν εν προκειμένω, η διατύπωσή τους καταλαμβάνει και τις κάθε είδους «παρακείμενες νησίδες», ανεξαρτήτως του μεγέθους τους ή άλλου χαρακτηριστικού τους (π.χ. αν κατοικούνται ή μη). Υπό το πρίσμα δε αυτό καθίσταται προφανές πως και στην περιοχή των Δωδεκανήσων δεν είναι νοητές, από πλευράς Διεθνούς Δικαίου αλλά και Ευρωπαϊκού Δικαίου, «γκρίζες ζώνες» αναφορικά με την έκταση και το περιεχόμενο της Ελληνικής Κυριαρχίας στην ως άνω περιοχή. Πολύ δε περισσότερο «γκρίζες ζώνες» όπως τις επικαλείται προκλητικά η Τουρκία αφού, καθώς θα επεξηγηθεί αμέσως στην συνέχεια, κατ’ ουδένα τρόπο νομιμοποιείται να επικαλείται την Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων.
2. Η in concreto εφαρμογή της αρχής του Διεθνούς Δικαίου «res inter alios acta» έναντι της Τουρκίας