Αν αληθεύουν οι χαρακτηρισμοί για τη συμπεριφορά και τη δράση της Ζωής Κωνσταντοπούλου και του Παναγιώτη Λαφαζάνη, μικρή σημασία έχει. Περισσότερο αφορούν τους ίδιους και τη σχέση τους με τον Τσίπρα και δεν αποδεικνύουν ότι ο Αλέξης χωρίς αυτούς, τους οποίους ο ίδιος επέλεξε, θα είχε πετύχει ή πρόκειται να πετύχει στο μέλλον επειδή συμπαραστάτες στη νέα του πορεία θα είναι ο Μαραντζίδης, ο Παπαγιαννίδης, ο Κανούλας και η Βανέσσα Κατσαρδή.
Ο Τσίπρας, μετά τον δίχρονο αναστοχασμό και σύμφωνα με τα λεγόμενα όσων συνομιλούν μαζί του, «δεν είναι ικανός να κάνει σφάλματα» αντίστοιχα με αυτά της συγκυβέρνησης με τον πούρο δεξιό Πάνο Καμμένο που ευτέλισαν την Αριστερά, που δημιούργησαν εμφυλιοπολεμικό κλίμα στην Κεντροαριστερά με τις οξείες επιθέσεις και τους απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς στο ΠΑΣΟΚ και τον Γιώργο Παπανδρέου και, το κυριότερο, οδήγησαν τη χώρα σε ένα τρίτο μνημόνιο με όλα τα συμπαρομαρτούντα. Σίγουρα, η ίδρυση του Ινστιτούτου του και οι εκδηλώσεις που έκανε, οι συνεντεύξεις που έδωσε σε ξένα Μέσα, οι διεθνείς επαφές που είχε, οι επισκέψεις σε Χάρβαρντ και Σορβόνη, η παραίτηση από το βουλευτικό αξίωμα και η συγγραφή του βιβλίου του δείχνουν ότι ο Αλέξης όντως το ’χει πάρει αλλιώς και στις επόμενες εκλογές ο φορέας του οποίου θα ηγείται θα παρουσιάσει ένα ρεαλιστικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων και όχι ριζικών -εν πολλοίς και ανεφάρμοστων- αλλαγών.
Κοινωνική δικαιοσύνη
Η Αριστερά της νέας εποχής θα πρέπει, κατά τον Τσίπρα, να έχει ως σημαία της την «κοινωνική δικαιοσύνη», να εγγυάται με «συγκεκριμένες πολιτικές και στοχευμένα μέτρα την κοινωνική συνοχή», «να προστατεύει τους παραγωγούς πλούτου», να δώσει «προοδευτικό περιεχόμενο στην ανθρώπινη ασφάλεια», να βρει «ισορροπία στο προσφυγικό πρόβλημα ώστε να μην προστατεύονται μόνο τα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά και τα σύνορα της χώρας», να φέρει στο προσκήνιο αξίες όπως η «παγκόσμια και περιφερειακή ειρήνη», να προτάξει τη σημασία της «κρατικής ανθεκτικότητας, της επιστημονικής τεκμηρίωσης και των αποτελεσματικών πολιτικών για να αντιμετωπιστούν η κλιματική κρίση, οι μεταναστευτικές ροές και οι πανδημίες», να έχει ως προμετωπίδα της τη «μείωση των ανισοτήτων και τη φορολόγηση του μεγάλου πλούτου» και να πρωτοστατήσει στη συγκρότηση μιας «Διεθνούς κατά της Ακροδεξιάς, του εθνικισμού, του αυταρχισμού, του μίσους και του φασισμού και υπέρ της Δημοκρατίας». Νέος πατριωτισμός και νέος διεθνισμός θα είναι ουσιαστικά το περιεχόμενο της ομιλίας του Τσίπρα στην παρουσίαση του βιβλίου του. Και φυσικά, όχι μόνο διεθνώς αλλά και στα καθ’ ημάς για την Αριστερά, όπως θα πει, «είναι κρίσιμο το ζήτημα των συμμαχιών και της συμπόρευσης». Αυτό λοιπόν που χρειάζεται η χώρα και η δημοκρατική και προοδευτική αντιπολίτευση και το οποίο θα αποτελεί προτεραιότητα του φορέα που θα ιδρύσει ο Τσίπρας είναι «μια ηθική, κοινωνική και πολιτική πρωτοβουλία, ένα νέο κοινωνικό και πολιτικό κύμα που θα συνενώσει αποτελεσματικά τα πολύχρωμα κινήματα αντίστασης και με πυξίδα τις ανάγκες της πατρίδας θα δώσει κίνητρο, έμπνευση, εναλλακτική στους κουρασμένους πολίτες».
Και αν αναρωτιέστε για τον κατηγορηματικό τρόπο με τον οποίο αναφερόμαστε στο κόμμα, στον πολιτικό φορέα που θα ιδρύσει ο Τσίπρας, είναι επειδή ο Αλέξης διέβη τελικά τον Ρουβίκωνα και δηλώνει έτοιμος να συγκρουστεί με τον Μητσοτάκη προκειμένου να υπάρξει πολιτική αλλαγή που, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, αποτελεί πλειοψηφικό αίτημα της κοινωνίας και το οποίο το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη και τα κόμματα της αριστερής αντιπολίτευσης δεν μπορούν να πραγματώσουν. Εξάλλου, ο Τσίπρας αποφάσισε να διεκδικήσει εκ νέου ρόλο πρωταγωνιστή στο πολιτικό παιχνίδι επειδή υπάρχει κενό στην αντιπολίτευση. Αν δεν υπήρχε κενό ο Τσίπρας θα συνέχιζε να ασχολείται, ως βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, με το Συμβούλιο της Ευρώπης.
Αν ο Ανδρουλάκης μπορούσε να αυξήσει κατά πολύ τα ποσοστά του ΠΑΣΟΚ, να το πάει, ας πούμε, στην περιοχή του 20% και να μειώσει σημαντικά τη διαφορά από τη Ν.Δ. σε τέσσερις-πέντε μονάδες ώστε οι επικείμενες εκλογές να είναι ντέρμπι -αν όχι της μιας ψήφου, αλλά του στατιστικού λάθους- τότε ο Τσίπρας θα συνέχιζε να πίνει την μπίρα του στο Στρασβούργο και να συζητά με τον Τούμπουρο και άλλους φίλους του για το μέλλον του Παναθηναϊκού στο Πρωτάθλημα και το Europa League. Δυστυχώς για το ΠΑΣΟΚ, ο Ανδρουλάκης δίνει την εντύπωση ότι είναι ο χορηγός του Τσίπρα. Μάλιστα, δεν θα πρέπει να αποκλείσουμε την πιθανότητα η Χαριλάου Τρικούπη να χάσει και τη δεύτερη θέση αν οι δημοσκοπήσεις, όταν ανακοινωθεί το κόμμα Τσίπρα, δείξουν ότι αυτός που μπορεί στις εκλογές -αν όχι στις πρώτες, στις δεύτερες- να αμφισβητήσει τον Μητσοτάκη είναι ο Αλέξης και όχι ο Νίκος.
Ο Τσίπρας επιστρέφει επειδή υπάρχει κενό στην αντιπολίτευση, κενό που ο Ανδρουλάκης, ο Φάμελλος, ο Χαρίτσης και οι υπόλοιποι αρχηγοί των κομμάτων της αντιπολίτευσης δεν μπορούν να καλύψουν. Το πράγμα είναι τόσο απλό όσο απλό είναι και το κόμμα του Τσίπρα. «Το κόμμα ουσιαστικά έχει γίνει και το μόνο που απομένει», μας λέει ένας εκ των πλέον σοβαρών συνομιλητών του Αλέξη, «είναι ο χρόνος που θα ανακοινωθεί».
Ως προς τον χρόνο των επίσημων ανακοινώσεων, υπάρχουν δύο γνώμες. Η μία που υποστηρίζει πως δεν πρέπει να καθυστερήσει και θεωρεί τον Μάρτιο ως το απώτατο χρονικό σημείο. «Αλέξη, τώρα πρέπει να καβαλήσεις το κύμα της αμφισβήτησης της κυβέρνησης και της ανημπόριας της αντιπολίτευσης ώστε να το κατευθύνεις εκεί που εσύ θέλεις», του λένε οι οπαδοί τού… γοργόν και χάριν έχει. Και συμπληρώνουν: «Αν καθυστερήσεις μπορεί το κύμα να ξεθυμάνει αν ο Μητσοτάκης λάβει φιλολαϊκά μέτρα ή να αλλάξει κατεύθυνση αν προστεθούν κι άλλοι σέρφερ (Σαμαράς, Καρυστιανού) στον κομματικό ανταγωνισμό ή αν κάποιοι άλλοι βελτιωθούν».
Και η άλλη που θεωρεί ότι ο Τσίπρας δεν πρέπει να βιαστεί, όχι μόνο επειδή υπάρχει αρκετός χρόνος μέχρι τις εκλογές και μπορεί μέχρι την άνοιξη του 2027 να έχουν αλλάξει δραματικά οι συνθήκες, αλλά και επειδή πρέπει το rebranding να ολοκληρωθεί αφενός με τις παρουσιάσεις του βιβλίου στην περιφέρεια (Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Ηράκλειο, Γιάννενα και αλλού) και αφετέρου με την «πορεία στον λαό», όπως άλλωστε την είχε προαναγγείλει ο Τσίπρας παραιτούμενος του βουλευτικού αξιώματος. Και την οποία αναμένεται να επαναλάβει στο «Παλλάς» την Τετάρτη. «Πιστεύω στη βούληση και τις πράξεις των πολλών. Με αυτούς, τις ανάγκες και τις ελπίδες τους, είμαι αποφασισμένος να συναντηθώ» είναι η απάντηση που δίνει σε όλους ο πρώην πρωθυπουργός, όταν τον ρωτούν τι θα κάνει και αν πρόκειται να διασπάσει τα υφιστάμενα κόμματα ή να στρατολογήσει βουλευτές και στελέχη από τον ΣΥΡΙΖΑ, τη Νέα Αριστερά ή ακόμη και το ΠΑΣΟΚ.
Προσπάθεια απαξίωσης
Σίγουρα δεν πρόκειται να συμπορευθεί με εκείνους για τους οποίους λέει τα χειρότερα στο βιβλίο του, δηλαδή τους Βαρουφάκη, Κασσελάκη, Λαφαζάνη και Ζωή Κωνσταντοπούλου. Εξυπακούεται ότι ο Τσίπρας ρίχνοντας το ανάθεμα σε αυτούς ελπίζει πως θα τους απαξιώσει στους οπαδούς τους και θα καταφέρει να δέσει στο δικό του άρμα ένα σημαντικό ποσοστό από το περίπου 12% που θα αθροίζουν τα κόμματά τους στις δημοσκοπήσεις. Το ίδιο ισχύει και για τον Πολάκη, που έχει απήχηση στους σκληρούς της Κουμουνδούρου. Εξάλλου, για να ξεπεράσει το ΠΑΣΟΚ και να έρθει δεύτερο κόμμα στις εκλογές, όπως είναι με τα σημερινά δεδομένα ο στόχος του, δεν αρκούν τα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ και της Νέας Αριστεράς, χρειάζεται να πάρει όσο το δυνατόν περισσότερους από τους ψηφοφόρους αφενός των κομμάτων που ξεπήδησαν από τη μήτρα του ΣΥΡΙΖΑ και αφετέρου από αυτούς που «κουράστηκαν και γύρισαν στο σπίτι», αλλά και από το ΠΑΣΟΚ, το οποίο, υπό την ηγεσία του Νίκου Ανδρουλάκη, επιδεικνύει μια ανεξήγητη φοβικότητα στο να ηγηθεί, ως αξιωματική αντιπολίτευση που είναι, της πολιτικής και εκλογικής συμμαχίας που θα αμφισβητήσει αποτελεσματικά την ηγεμονία της δεξιάς διακυβέρνησης.
