22 Οκτωβρίου 2020

Τούρκος αυτοεξόριστος καθηγητής: Η Άγκυρα θέλει επέκταση στο Αιγαίο

Ο Μεχμέτ Εφέ Τσαμάν είναι καθηγητής του πανεπιστημίου της Νέας Γης του Καναδά και πριν εγκαταλείψει κυνηγημένος τη χώρα του, δίδασκε στις ακαδημίες πολέμου του τουρκικού υπουργείου Άμυνας – «Η Τουρκία από τη δεκαετία του 1950 άρχισε να ενδιαφέρεται για εδάφη πέρα από τα δικά της, αρχικά στην Κύπρο και μετά στο Αιγαίο», επισημαίνει στο νέο του άρθρο

Με νέο του άρθρο στην ανεξάρτητη τουρκική ιστοσελίδα tr724.com, ο πολιτικός επιστήμονας, αυτοεξόριστος στον Καναδά, Μεχμέτ Εφέ Τσαμάν, επισημαίνει πως η «Τουρκία θέλει να φτάσει στους επεκτατικούς στόχους της κάνοντας χρήση ισχύος».

Ο Τσαμάν είναι καθηγητής του πανεπιστημίου της Νέας Γης (Newfoundland) του Καναδά και πριν εγκαταλείψει κυνηγημένος τη χώρα του, δίδασκε στις ακαδημίες πολέμου του τουρκικού υπουργείου Άμυνας. Σήμερα είναι από τις λίγες φωνές στην Τουρκία, που τολμούν και επικρίνουν δημόσια και ευθέως τις νέο-οθωμανικές ονειρώξεις του Ταγίπ Ερντογάν στο Αιγαίο Πέλαγος και στην Ανατολική Μεσόγειο και αποτελεί «κόκκινο πανί» από εθνικιστές και ισλαμιστές του Ερντογάν, αλλά και από την κεμαλική αντιπολίτευση.

Στο νέο του άρθρο, με τίτλο, «Ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική και επεκτατισμός» ο Τσαμάν, επισημαίνει μεταξύ άλλων:

«Mετά την Κύπρο στο στόχαστρο το Αιγαίο Πέλαγος και τα νησιά»

Η Τουρκία από τη δεκαετία του 1950 άρχισε να ενδιαφέρεται για εδάφη πέρα από τα δικά της, αρχικά στην Κύπρο και μετά στο Αιγαίο. Η ρητορική περί “παλιών εδαφών” άρχισε να βρίσκει την έκφρασή της στην εξωτερική πολιτική. Στην Κύπρο μετά από την γνωστή επιστολή του προέδρου Τζόνσον, άρχισες σαφώς τις αναζητήσεις εκτός της συμμαχίας. Αργότερα αυτό το πέρασε στην πράξη με την απόβαση του 1974 και το πέτυχε. Η Άγκυρα πήρε αυτό που επιδίωκε. Διαίρεσε την Κύπρο στα δύο και έθεσε υπό τον έλεγχο της μία περιοχή στο βορρά που προσεγγίζει το 40%. Μετά από αυτό ανέβασε τον πήχη, με αιτήματα για τα χωρικά ύδατα στο Αιγαίου την υφαλοκρηπίδα και με αμφισβητήσεις κυριαρχίας νησιών και βραχονησίδων.

«Παντουρκιστικό δόγμα»

Οι Τούρκοι υπεύθυνοι της εξωτερικής πολιτικής διαβάζουν πάντα τις διμερείς και πολυμερείς σχέσεις μέσα από το σύνδρομο της συνθήκης των Σεβρών. Στις σχέσεις με τις κοντινές περιοχές πού αποκόπηκαν (ή όπως υποστηρίζουν “τις απέκοψαν”) από το κράτος πάντοτε είχαν προβληματικές σχέσεις. Ακολουθήθηκε μία πολιτική πλήρης σκαμπανεβασμάτων και με συνεχείς εντάσεις με την Ελλάδα, τη Βουλγαρία, την Αρμενία, το Ιράκ και την Συρία. Και ενώ από τη φοβία της απώλειας εδαφών δεν εκδημοκρατίστηκε στο εσωτερικό, οι βλέψεις της προς το εξωτερικό, τουλάχιστον στις περιοχές όπου ήθελε να είναι «καθοριστική δύναμη», έγιναν αιτία να μην πραγματοποιηθούν συνεργασίες. Πάντοτε έβλεπαν αυτές τις περιοχές με μία οθωμανική και παντουρκιστική οπτική.

«Επέκταση στο Αιγαίο με χρήση ισχύος»

Σήμερα υπάρχει μία Άγκυρα η οποία συνεργάζεται με τζιχαντιστές στη Συρία και στη Λιβύη και διαμέσου αυτών διεξάγει πολέμους. Στο Ιράκ με μία παρόμοια στάση προβάλλοντας το ΠΚΚ από τη δεκαετία του 90 ως δικαιολογία, πέτυχε χρησιμοποιώντας τη στρατιωτική δύναμη να καταστεί αποτελεσματική. Βλέπουμε πως οι Κούρδοι ως κοινότητα, σε Συρία και Ιράκ δίνουν ένα σοβαρό πόλεμο ζωής και θανάτου. Η Τουρκία σε αυτή την περιοχή κινείται με βάση την εθνική ομογενοποίηση που ακολουθούσε και στην περίοδο 1915-1923. Στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, οι υπεύθυνοι λήψης πολιτικών αποφάσεων, επιδιώκουν να φτάσουν στους επεκτατικούς του στόχους, κάνοντας χρήση ισχύος και χωρίς καν να αισθάνονται την ανάγκη να το κρύψουν αυτό στις δηλώσεις τους.



Πολιτική