Όπως αναφέρει, μετά την αρχική αυτόματη ανανέωση της θητείας της κυρίας Παπανδρέου από το Κολλέγιο των επιτρόπων, ακολούθησε επιστολή της κυρίας Κοβέσι προς τον Άρειο Πάγο με αίτημα ανανέωσης της θητείας της ίδιας και άλλων δύο εισαγγελέων, γεγονός που, κατά τον ίδιο, συνιστά αναγνώριση της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου του Αρείου Πάγου. Στο ίδιο πλαίσιο σημειώνει ότι και οι ίδιοι οι ενδιαφερόμενοι υπέβαλαν αίτηση στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο του Αρείου Πάγου.
Ο κ. Γεωργιάδης υποστηρίζει ότι η συγκρότηση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ήταν εξαρχής για τον ίδιο ένα θετικό πρώτο βήμα προς μια ευρωπαϊκή συνομοσπονδία, τονίζει όμως ότι η ένταξη ενός κράτους σε έναν τέτοιο θεσμό δεν είναι απλή υπόθεση, καθώς, όπως σημειώνει, αγγίζει τον πυρήνα της δικαστικής εξουσίας του κράτους. Κατά την άποψή του, ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι να δημιουργηθεί ανταγωνισμός ανάμεσα στους εγχώριους θεσμούς Δικαίου και την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, ενώ υποστηρίζει ότι ο θεσμός δεν πρέπει να λειτουργεί απαξιωτικά προς την ελληνική Δικαιοσύνη, αλλά συμπληρωματικά.
Στην ίδια ανάρτηση, ο υπουργός Υγείας σημειώνει ότι έχει καλλιεργηθεί μια στρεβλή εικόνα, σύμφωνα με την οποία οι μόνοι έντιμοι εισαγγελείς είναι οι Ευρωπαίοι, με αποτέλεσμα, όπως λέει, να προσβάλλονται οι Έλληνες δικαστές και εισαγγελείς. Αναφέρεται, επίσης, σε επιλεκτικές διαρροές στοιχείων προς τον Τύπο και εκτιμά ότι αν συνεχιστεί αυτό το αφήγημα, η ελληνική και η ευρωπαϊκή έννομη τάξη θα συγκρουστούν αναπόφευκτα.
Ο κ. Γεωργιάδης αναφέρεται ακόμη στις υποθέσεις που έχουν διαβιβαστεί στη Βουλή, κάνοντας λόγο για «γελοίες υποθέσεις» που προκαλούν μεγάλα πολιτικά ζητήματα και εκφράζοντας την πρόβλεψη ότι τελικά είτε θα αρχειοθετηθούν είτε θα οδηγήσουν σε αθώωση. Παράλληλα, υποστηρίζει ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία οφείλει να μείνει όσο περισσότερο γίνεται πολιτικά ουδέτερη, διαφορετικά, όπως σημειώνει, η εμπλοκή της στην πολιτική θα την καταστρέψει.
Τέλος, ο υπουργός επαναλαμβάνει τη θέση του ότι η Ελλάδα μπορεί, εφόσον το θελήσει ένα μελλοντικό Κοινοβούλιο, να αποχωρήσει από τον θεσμό, διευκρινίζοντας πάντως ότι δεν λέει ούτε ότι πρέπει να γίνει αυτό ούτε ότι θα γίνει, αλλά ότι παραμένει κυριαρχικό δικαίωμα της χώρας. Καταλήγει δε λέγοντας ότι πρέπει να δοθεί χρόνος στον θεσμό να λειτουργήσει, αν και, όπως τονίζει, «έχει ξεκινήσει πολύ στραβά».
Η ανάρτηση του Άδωνι Γεωργιάδη
«Περί του θεσμού της ευρωπαϊκής εισαγγελίας και του πραγματικού του status στη Χώρα μας
Από την ημέρα που η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αποφάσισε να στείλει στην Βουλή αίτημα για την άρση της ασυλίας των 11 βουλευτών της ΝΔ βάσει των συνομιλιών τους στο τηλ με στελέχη του Οπεκεπε, ξεκίνησε μια μεγάλη δημόσια συζήτηση για την φύση του θεσμού αυτού. Όπως όλα στην Ελλάδα πολιτικοποιούνται και χωριζόμαστε σε ομάδες υπέρ και κατά και έτσι έγινε και εδώ. Τις απόψεις μου για τον θεσμό τις ξέρετε και δεν τις κρύβω. Επί της Αρχής θεώρησα από την αρχή την σύσταση της ένα θετικό πρώτο βήμα για μια Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία και ψήφισα την σχετική νομοθεσία. Επειδή όμως εγώ είμαι πραγματικός ευρωπαϊστής και όχι όψιμος (βλέπω τώρα διάφορους αντιμνημονιακούς που έκαναν το παν να βρεθούμε εκτός ΕΕ ψηφίζοντας Τσίπρα και πηγαίνοντας στην πλατεία των Αγανακτισμένων να σκίζουν τώρα τα ιμάτια τους υπέρ της Ευρωπαϊκής εισαγγελίας), θα σας πω την αλήθεια. Όσοι πιστεύουμε στην Ευρώπη δεν την γλείφουμε και δεν την αφήνουμε εκτός κριτικής. Θέλουμε να γίνει καλύτερη και άρα ασκούμε κριτική στους θεσμούς της και στην λειτουργία της. Η ΕΕ παραμένει το καλύτερο μέρος στον πλανήτη για να ζει κανείς, αλλά στην πορεία της και λάθη θα γίνουν και αποφάσεις θα δοκιμαστούν στην πράξη και άλλες θα λειτουργήσουν και άλλες όχι. Μπροστά θα πάμε διορθώνοντας και τα λάθη μας.
Πάμε τώρα στον θεσμό αυτό και του τι ακριβώς είναι και αν έχω δίκιο εγώ που λέω ότι μπορούμε να βγούμε εάν θέλουμε ή είναι απολύτως υποχρεωτικός που λένε άλλοι κλπ το ποιος έχει αρμοδιότητα να ανανεώνει τις θητείες των ελλήνων εισαγγελέων κλπ.
Α) η απόφαση ενός Κράτους να προσχωρήσει στον θεσμό αυτό δεν είναι μία καθόλου απλή απόφαση. Για να υφίσταται ένα Κράτος, για να έχει κατά τους Ρωμαίους το λεγόμενο imperium πρέπει υποχρεωτικά να έχει τρία μονοπώλια. Μονοπώλιο στην Εκτελεστική εξουσία, δηλ στην Κυβέρνηση. Η Κυβέρνηση ανήκει αποκλειστικά στο Κράτος. Μονοπώλιο στην Νομοθετική εξουσία, δηλ η Βουλή ανήκει πάντα μόνον στο Κράτος και Μονοπώλιο στην Δικαστική εξουσία. Δηλ το Κράτος ορίζει τον τρόπο που απονέμεται η Δικαιοσύνη στην επικράτεια του. Αργότερα ο Μαξ Βεμπερ προσέθεσε στον ορισμό και το Μονοπώλιο στην βία, μόνον το Κράτος έχει νόμιμη βία υπό τους νόμους του.
