ΝΕΟΔΗΜΟΚΡΑΤΗΣ
Ο Νεοδημοκράτης

ΟΠΕΚΕΠΕ: Όταν το «σκάνδαλο εκατομμυρίων» γίνεται μάθημα αντιπολίτευσης

01/06/2026 Νεοδημοκράτης

Το πόρισμα Τυχεροπούλου για τον ΟΠΕΚΕΠΕ εκθέτει την αντιπολιτευτική βιασύνη. Άλλο έλεγχος, άλλο πολιτική κατασκευή.

ΟΠΕΚΕΠΕ: Όταν το «σκάνδαλο εκατομμυρίων» γίνεται μάθημα αντιπολίτευσης

Υπάρχει μια λεπτή αλλά κρίσιμη διαφορά ανάμεσα στην αντιπολίτευση που ελέγχει και στην αντιπολίτευση που κατασκευάζει. Η πρώτη είναι απαραίτητη στη Δημοκρατία. Η δεύτερη είναι επικίνδυνη, γιατί δεν αναζητά την αλήθεια· αναζητά απλώς μια λεζάντα, ένα πρωτοσέλιδο, μια προανακριτική, ένα σύνθημα.

Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, όπως παρουσιάζεται μέσα από τα νεότερα στοιχεία για το πόρισμα Τυχεροπούλου, είναι ακριβώς αυτό: ένα πολιτικό τεστ σοβαρότητας. Και, μέχρι στιγμής, η αντιπολίτευση δεν το περνά με άνεση.

Διότι όταν μια υπόθεση που παρουσιάστηκε ως «σκάνδαλο εκατομμυρίων» φέρεται, σύμφωνα με το δημοσίευμα του Πρώτου Θέματος, να περιορίζεται από ζημία 1,2 εκατ. ευρώ σε 115.000 ευρώ συνολικά, και μάλιστα κάτω από το όριο του κακουργήματος, τότε δεν μιλάμε για λεπτομέρεια. Μιλάμε για ανατροπή πολιτικού αφηγήματος. Και όταν το ίδιο ρεπορτάζ αναφέρει ότι εγείρονται ερωτήματα για το γιατί η έκθεση ζητήθηκε μετά την αποστολή της δικογραφίας στη Βουλή και γιατί δεν αξιοποιήθηκε πριν από τη συζήτηση για την άρση ασυλίας, τότε η συζήτηση δεν μπορεί να συνεχιστεί σαν να μη συνέβη τίποτα.

Η προανακριτική δεν είναι εργαλείο εντυπώσεων

Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο της ημέρας δεν είναι μόνο το περιεχόμενο του πορίσματος, όπως μεταφέρεται. Είναι και η παραδοχή του Χρήστου Κακλαμάνη. Σύμφωνα με το Πρώτο Θέμα, είπε: «Αν το πόρισμα λέει ότι δεν είχαν ευθύνες οι δύο υπουργοί, ασφαλώς και δεν θα ζητούσαμε προανακριτική, αυτονόητο δεν είναι;»

Ναι, αυτονόητο είναι. Αλλά ακριβώς γι’ αυτό είναι πολιτικά εκκωφαντικό.

Διότι αν το αίτημα για προανακριτική θα ήταν διαφορετικό εφόσον ήταν γνωστό το πόρισμα, τότε το πρόβλημα δεν είναι διαδικαστικό. Είναι ουσιαστικό. Σημαίνει ότι η αντιπολιτευτική κίνηση στηρίχθηκε σε μια εικόνα που σήμερα εμφανίζεται τουλάχιστον ελλιπής. Και στην πολιτική, ειδικά όταν ζητάς την ενεργοποίηση τόσο βαριών κοινοβουλευτικών διαδικασιών, δεν επιτρέπεται να κινείσαι με μισή εικόνα και διπλή βεβαιότητα.

Η προανακριτική δεν είναι δελτίο Τύπου. Δεν είναι hashtag. Δεν είναι τηλεοπτικό παράθυρο. Είναι θεσμικό εργαλείο εξαιρετικής βαρύτητας. Όταν χρησιμοποιείται για να υπηρετήσει μια προαποφασισμένη πολιτική αφήγηση, απαξιώνεται η ίδια η έννοια του κοινοβουλευτικού ελέγχου.

Άλλο έλεγχος, άλλο πολιτική σκηνοθεσία

Κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν λέει ότι ο ΟΠΕΚΕΠΕ ή οποιοσδήποτε δημόσιος οργανισμός πρέπει να μένει στο απυρόβλητο. Αν υπάρχουν παρατυπίες, πρέπει να ελεγχθούν. Αν υπάρχει ζημία, πρέπει να καταλογιστεί. Αν υπάρχουν διοικητικές ευθύνες, πρέπει να αναζητηθούν. Αν υπάρχουν πολιτικές ευθύνες, πρέπει να τεκμηριωθούν.

Αλλά εδώ βρίσκεται η ουσία: να τεκμηριωθούν. Όχι να υπονοηθούν. Όχι να βαφτιστούν. Όχι να προαναγγελθούν στα μικρόφωνα και μετά να αναζητηθούν στα χαρτιά.

Η Νέα Δημοκρατία έχει κάθε λόγο να επιμένει σε αυτή τη διάκριση. Όχι επειδή φοβάται τον έλεγχο, αλλά επειδή η χώρα έχει πληρώσει ακριβά την πολιτική κουλτούρα της λάσπης. Έχει πληρώσει τις εποχές όπου κάθε σύνθετο διοικητικό ζήτημα μετατρεπόταν σε «σκάνδαλο», κάθε φάκελος σε πολιτικό όπλο, κάθε υπόθεση σε ευκαιρία για ηθική ανωτερότητα άνευ αποδείξεων.

Και ας είμαστε καθαροί: ο πολίτης έχει κουραστεί. Δεν θέλει συγκάλυψη. Αλλά δεν θέλει και θέατρο. Θέλει να ξέρει τι πραγματικά έγινε, πόση είναι η ζημία, ποιος ευθύνεται, τι διορθώνεται και ποιος πληρώνει. Όχι ποιος φωνάζει δυνατότερα.

Η αντιπολίτευση της διάλυσης δίνει μαθήματα σταθερότητας;

Την ίδια ώρα, στο πολιτικό σκηνικό καταγράφεται και μια άλλη εικόνα: σύμφωνα με το ίδιο ημερήσιο υλικό, η Κοινοβουλευτική Ομάδα της Νέας Αριστεράς οδηγείται σε διάλυση, με ανεξαρτητοποιήσεις στελεχών όπως οι Χαρίτσης, Αχτσιόγλου, Ηλιόπουλος και Τζανακόπουλος, ενώ άγνωστη παραμένει η στάση άλλων βουλευτών.

Αυτό δεν είναι λεπτομέρεια παρασκηνίου. Είναι πολιτικό σύμπτωμα. Ένα κομμάτι της αντιπολίτευσης που δυσκολεύεται να σταθεί οργανωτικά, στρατηγικά και πολιτικά, εμφανίζεται συχνά πρόθυμο να δώσει μαθήματα διακυβέρνησης. Να καταγγείλει, να υψώσει το δάχτυλο, να μιλήσει για θεσμούς, για ευθύνες, για σταθερότητα. Όμως η σταθερότητα δεν είναι σύνθημα. Είναι ικανότητα.

Η χώρα δεν κυβερνάται με αποχωρήσεις, διασπάσεις και καταγγελίες. Κυβερνάται με αποφάσεις. Με ιεράρχηση. Με θεσμική συνέχεια. Με δυνατότητα να αντιμετωπίζεις ταυτόχρονα τον αγροτικό έλεγχο, την προστασία της πρώτης κατοικίας, τις τιμές του ρεύματος, την αβεβαιότητα στον τουρισμό και τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής.

Το μέτρο της διακυβέρνησης

Ας δούμε τη μεγάλη εικόνα της ίδιας ημέρας. Στον τουρισμό, καταγράφεται πτώση στις διεθνείς αεροπορικές αφίξεις του Απριλίου για πρώτη φορά μετά την πανδημία, λόγω της γεωπολιτικής κρίσης στη Μέση Ανατολή, με εξαίρεση την Κρήτη, το Ηράκλειο και τα Χανιά. Στην ενέργεια, γίνεται λόγος για τριπλάσιο πλεόνασμα στο εμπορικό ισοζύγιο ρεύματος και για συγκρατημένη αισιοδοξία ως προς τις τιμές το καλοκαίρι. Στην κοινωνική πολιτική, έρχεται ο Φορέας Απόκτησης και Επαναμίσθωσης, ως νέο δίχτυ προστασίας για ευάλωτους δανειολήπτες και την πρώτη κατοικία.

Αυτά είναι πραγματικά πεδία διακυβέρνησης. Δεν προσφέρονται πάντα για εύκολη ατάκα. Δεν χωρούν σε ένα οργισμένο tweet. Αλλά επηρεάζουν την καθημερινότητα: την οικογένεια που φοβάται για το σπίτι της, την επιχείρηση που κοιτάζει τον λογαριασμό ρεύματος, τον εργαζόμενο στον τουρισμό που ζει μέσα σε διεθνή αβεβαιότητα.

Εδώ κρίνεται μια κυβέρνηση. Όχι στο αν θα δεχθεί κριτική — πρέπει να τη δέχεται. Όχι στο αν όλα λειτουργούν άψογα — δεν λειτουργούν. Υπάρχουν καθυστερήσεις, στρεβλώσεις, διοικητικές αδυναμίες, ανάγκη για περισσότερη ταχύτητα και αυστηρότερο έλεγχο. Αλλά άλλο πράγμα η έντιμη παραδοχή προβλημάτων και άλλο η μετατροπή κάθε διοικητικής αστοχίας σε ποινικό υπερθέαμα.

Η Νέα Δημοκρατία οφείλει να κρίνεται αυστηρά για το έργο της. Αλλά να κρίνεται με πραγματικά δεδομένα. Όχι με πολιτικές καρικατούρες. Και όταν τα δεδομένα αλλάζουν, όταν ένα πόρισμα φέρεται να αποδυναμώνει τον πυρήνα μιας κατηγορίας, τότε οφείλει να αλλάζει και η στάση όσων έσπευσαν να σηκώσουν σημαία σκανδάλου.

Το πραγματικό δίλημμα

Το δίλημμα δεν είναι αν θέλουμε έλεγχο ή όχι. Θέλουμε. Το δίλημμα είναι αν θέλουμε πολιτική με αποδείξεις ή πολιτική με υπονοούμενα. Αν θέλουμε αντιπολίτευση που ψάχνει την αλήθεια ή αντιπολίτευση που ψάχνει αφορμές. Αν θέλουμε κράτος που διορθώνεται ή δημόσιο βίο που δηλητηριάζεται.

Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ μπορεί και πρέπει να εξεταστεί μέχρι τέλους. Αλλά ακριβώς επειδή πρέπει να εξεταστεί σοβαρά, δεν μπορεί να χρησιμοποιείται πρόχειρα. Η αλήθεια δεν γίνεται ισχυρότερη όταν τη φωνάζεις. Γίνεται ισχυρότερη όταν την τεκμηριώνεις.

Και αυτό είναι το μάθημα της ημέρας: στην πολιτική, η βιασύνη να καταδικάσεις πριν διαβάσεις, κάποτε επιστρέφει. Όχι ως λεπτομέρεια. Ως boomerang.

Συνέχεια

Διαβάστε ακόμη