Υπάρχει μια παλιά συνήθεια στην ελληνική πολιτική: όταν τα πράγματα δυσκολεύουν, εμφανίζεται πάντα κάποιος να υπόσχεται ότι όλα λύνονται εύκολα. Χωρίς κόστος, χωρίς σύγκρουση με παθογένειες, χωρίς προτεραιότητες, χωρίς δύσκολες αποφάσεις. Ένα σύνθημα, μια καταγγελία, μια τηλεοπτική ατάκα και η πραγματικότητα υποτίθεται ότι υποχωρεί.
Μόνο που η χώρα έχει πληρώσει πολύ ακριβά αυτή τη φαντασίωση. Την πλήρωσε όταν πίστεψε ότι η οικονομία αντέχει τα πάντα. Την πλήρωσε όταν η δημαγωγία παρουσιάστηκε ως κοινωνική ευαισθησία. Την πλήρωσε όταν το πολιτικό θράσος μεταμφιέστηκε σε ηθικό πλεονέκτημα. Και την πλήρωσε, κυρίως, όταν η δημόσια συζήτηση έπαψε να ρωτά «τι γίνεται στην πράξη;» και άρχισε να μετρά ποιος φωνάζει πιο δυνατά.
Η σοβαρότητα δεν κάνει θόρυβο, αλλά αφήνει αποτέλεσμα
Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας δεν είναι αλάνθαστη. Καμία κυβέρνηση δεν είναι. Υπάρχουν καθυστερήσεις, υπάρχουν αστοχίες, υπάρχουν τομείς όπου ο πολίτης δικαίως απαιτεί μεγαλύτερη ταχύτητα και καλύτερη εφαρμογή. Η διαφορά όμως είναι ότι η πολιτική κρίνεται τελικά από την κατεύθυνση, τη συνέπεια και την ικανότητα να λύνει προβλήματα χωρίς να διαλύει τη χώρα στην πορεία.
Αυτό είναι το σημείο που συστηματικά αποφεύγει η αντιπολίτευση. Θέλει να συγκρίνει συνθήματα με δυσκολίες, όχι πρόγραμμα με πρόγραμμα. Θέλει να βάζει απέναντι στην κυβερνητική φθορά μια υπόσχεση επιστροφής σε έναν υποτιθέμενο εύκολο δρόμο. Αλλά ο εύκολος δρόμος δοκιμάστηκε. Και δεν οδήγησε σε αξιοπρέπεια. Οδήγησε σε φόρους, κλειστές τράπεζες, θεσμική ένταση, χαμένη αξιοπιστία και μια κοινωνία κουρασμένη από μεγάλες κουβέντες που κατέληγαν σε μικρά αποτελέσματα.
Σήμερα το πραγματικό δίλημμα είναι πιο απλό και πιο απαιτητικό. Θέλουμε πολιτική που τάζει δέκα και παραδίδει με το ζόρι ένα, ή πολιτική που μπορεί να παραδίδει σταθερά, έστω χωρίς θεατρικότητα, αυτά που αλλάζουν την καθημερινότητα; Θέλουμε μια χώρα που ξαναμπαίνει στον πειρασμό της ευκολίας, ή μια χώρα που επιμένει σε ανάπτυξη, επενδύσεις, δημοσιονομική σοβαρότητα, ψηφιακό κράτος, ισχυρότερη άμυνα και καλύτερες υπηρεσίες;
Το πρόβλημα της αντιπολίτευσης είναι ότι δεν έχει μνήμη
Η αντιπολίτευση ζητά από τους πολίτες να θυμούνται μόνο την κούραση του σήμερα και να ξεχνούν το κόστος του χθες. Αυτό είναι πολιτικά βολικό, αλλά όχι έντιμο. Γιατί η σύγκριση δεν γίνεται ανάμεσα σε μια ιδανική κυβέρνηση και σε μια φανταστική εναλλακτική. Γίνεται ανάμεσα σε υπαρκτές επιλογές διακυβέρνησης. Και εκεί, όσο κι αν κάποιοι ενοχλούνται, η μνήμη είναι πολιτικό εργαλείο ευθύνης.
Δεν είναι «επικοινωνία» να θυμίζεις τι συνέβη όταν η χώρα κυβερνήθηκε με ψευδαισθήσεις. Είναι στοιχειώδης αυτοπροστασία. Δεν είναι «πόλωση» να λες ότι η οικονομία χρειάζεται σοβαρότητα. Είναι το μάθημα μιας δεκαετίας που δεν πρέπει να χαθεί μέσα στον θόρυβο των social media και των τηλεοπτικών εντυπώσεων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Νέα Δημοκρατία πρέπει να επαναπαυθεί. Το αντίθετο. Η μεγαλύτερη απειλή για μια κυβέρνηση που έχει αποδείξει ότι μπορεί να κρατήσει τη χώρα σε τροχιά προόδου είναι να συνηθίσει τον εαυτό της. Να θεωρήσει αυτονόητη την εμπιστοσύνη. Να ξεχάσει ότι ο πολίτης δεν συγκρίνει μόνο με το παρελθόν, αλλά με τις ανάγκες του σήμερα: το εισόδημα, την υγεία, την ασφάλεια, την παιδεία, την ταχύτητα του κράτους, την αξιοπρέπεια στην επαφή με τη διοίκηση.
Το επόμενο βήμα θέλει λιγότερη άμυνα και περισσότερη αυτοπεποίθηση
Η παράταξη που κράτησε τη χώρα στην Ευρώπη, που επέμεινε στις μεταρρυθμίσεις και που έβαλε ξανά τη λέξη «κανονικότητα» στο πολιτικό λεξιλόγιο, δεν έχει λόγο να απολογείται απέναντι στον λαϊκισμό. Έχει λόγο να βελτιώνεται. Να διορθώνει γρηγορότερα. Να εξηγεί καθαρότερα. Να συγκρούεται με ό,τι καθυστερεί την εφαρμογή των αλλαγών. Και να μη φοβάται τη σύγκριση.
Γιατί η σύγκριση, όταν γίνεται τίμια, δεν είναι πρόβλημα για τη Νέα Δημοκρατία. Είναι το ισχυρότερο επιχείρημά της. Από τη μία υπάρχει ο δύσκολος δρόμος της σταθερότητας και του αποτελέσματος. Από την άλλη, ο εύκολος δρόμος της υπόσχεσης χωρίς λογαριασμό. Η Ελλάδα ξέρει πια πόσο κοστίζει ο δεύτερος.
Και ίσως αυτό είναι το πιο σημαντικό πολιτικό μήνυμα της περιόδου: η χώρα δεν χρειάζεται άλλους σωτήρες της στιγμής. Χρειάζεται κυβέρνηση που να αντέχει την πραγματικότητα. Να μη φοβάται το πολιτικό κόστος όταν πρέπει να προχωρήσει. Να ακούει τον πολίτη χωρίς να του λέει ψέματα. Να αναγνωρίζει τα προβλήματα χωρίς να πουλά απελπισία.
Στο τέλος, η πολιτική δεν κρίνεται από το χειροκρότημα της ημέρας. Κρίνεται από το αν, όταν περάσει ο θόρυβος, η χώρα στέκεται λίγο πιο δυνατή από πριν. Αυτό είναι το μέτρο. Και σε αυτό το μέτρο πρέπει να επιμείνουμε.