Στην ελληνική πολιτική σκηνή υπάρχει μια σταθερά: όποτε λείπει το σχέδιο, περισσεύει η σκηνοθεσία. Και όποτε δεν υπάρχει απάντηση για την οικονομία, την ενέργεια, τις μεταφορές, τη στέγη και την Ευρώπη που αλλάζει, επιστρατεύεται το μεγάλο σύνθημα. Αυτή τη φορά, το σύνθημα έρχεται με άρωμα επιστροφής: ο Αλέξης Τσίπρας, ετοιμάζεται να ανακοινώσει το δικό του κόμμα στην εκδήλωση της Τρίτης στο Θησείο, γράφοντας σε ανάρτησή του: «Στο ραντεβού με την ιστορία, ας είμαστε όλοι εκεί».
Ωραία φράση. Μεγάλη. Κινηματογραφική. Μόνο που η Ιστορία δεν είναι αίθουσα εκδηλώσεων, ούτε σκηνικό με επικοινωνιακό επιτελείο, «ομάδα κρούσης» και εκπλήξεις. Η Ιστορία είναι αυτό που μένει όταν τελειώσουν τα χειροκροτήματα. Είναι οι αποφάσεις, οι συνέπειες, η διακυβέρνηση. Και εκεί αρχίζει η σοβαρή συζήτηση.
Η αφορμή δεν είναι ένα νέο κόμμα. Είναι η απόπειρα πολιτικής ανακύκλωσης
Κάθε πολίτης, κάθε πολιτικός, κάθε πρώην πρωθυπουργός έχει δικαίωμα να ιδρύσει κόμμα, να διεκδικήσει χώρο, να απευθυνθεί στην κοινωνία. Αυτό δεν αμφισβητείται. Το ερώτημα είναι άλλο: τι ακριβώς κομίζει; Μια νέα πρόταση διακυβέρνησης ή μια νέα συσκευασία παλιού αντιπολιτευτικού υλικού;
Γιατί το πρόβλημα της χώρας σήμερα δεν είναι ότι δεν ακούγονται αρκετά συνθήματα. Ακούγονται πολλά. Το πρόβλημα είναι ότι η πραγματικότητα ζητά απαντήσεις με κόστος, με προτεραιότητες, με εφαρμογή. Ζητά πολιτικές που να μπορούν να σταθούν σε ένα περιβάλλον ευρωπαϊκής πίεσης, δημοσιονομικών περιορισμών, ακριβής ενέργειας, στεγαστικής δυσκολίας και ανάγκης για καλύτερες δημόσιες υπηρεσίες. Εκεί κρίνεται η διακυβέρνηση. Όχι στο ποιος θα βρει την πιο φορτισμένη λέξη για την αφίσα.
Η αντιπολίτευση συχνά λειτουργεί σαν να αρκεί να καταγγείλει την κυβέρνηση για όλα. Η κοινωνία όμως δεν ζει σε δελτία τύπου. Μπαίνει σε λεωφορεία και μετρό, πληρώνει λογαριασμούς, ψάχνει σπίτι, ανησυχεί για την Ευρώπη που καλείται να σηκώσει τεράστιες δαπάνες σε άμυνα, ενέργεια και συντάξεις τα επόμενα χρόνια, όπως σημειώνει το ΔΝΤ για την ΕΕ. Αυτά δεν λύνονται με «ραντεβού με την ιστορία». Λύνονται με πολιτική δουλειά.
Η διαφορά ανάμεσα στο σύνθημα και την ευθύνη
Την ίδια ημέρα που η πολιτική συζήτηση τροφοδοτείται από την επιστροφή Τσίπρα, υπάρχουν ειδήσεις που δείχνουν ακριβώς το πεδίο όπου πρέπει να γίνεται η σύγκριση. Ο υπουργός Επικρατείας Άκης Σκέρτσος έγραψε για τις 10+1 παρεμβάσεις για σύγχρονα, ασφαλή και αξιοπρεπή Μέσα Μαζικής Μεταφοράς. Δεν χρειάζεται κανείς να ισχυριστεί ότι λύθηκαν όλα. Όποιος ζει στην Αθήνα ή κινείται με δημόσια συγκοινωνία ξέρει ότι υπάρχουν καθυστερήσεις, πίεση, παλιές παθογένειες. Βλέπει όμως και την σημαντική πρόοδο με τα νέα λεωφορεία, με τα πιο συνεπή δρομολόγια.
Αλλά εδώ είναι η ουσία: άλλο να αναγνωρίζεις τα προβλήματα και να παρεμβαίνεις, και άλλο να τα χρησιμοποιείς ως σκηνικό αγανάκτησης. Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας οφείλει να κρίνεται αυστηρά για το αν οι παρεμβάσεις στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς φέρνουν ορατό αποτέλεσμα στον πολίτη. Όμως η αντιπολίτευση οφείλει επίσης να κρίνεται για το αν έχει συγκεκριμένη, εφαρμόσιμη εναλλακτική ή απλώς περιμένει στη στάση της δυσαρέσκειας.
Το ίδιο ισχύει στην ενέργεια. Ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκος Τσάφος, σύμφωνα με το δημοσίευμα, υποστηρίζει ότι στην τελική τιμή ρεύματος η Ελλάδα είναι η 10η φθηνότερη της ΕΕ και 19% κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο το 2025, τονίζοντας ότι το συμπέρασμα πως «η Ελλάδα πληρώνει πολύ ακριβά την ενέργεια» προέρχεται από παρερμηνεία των αριθμών. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι λογαριασμοί δεν πιέζουν τα νοικοκυριά. Πιέζουν. Δεν σημαίνει ότι ο πολίτης αισθάνεται άνετα όταν πληρώνει ρεύμα. Δεν αισθάνεται. Σημαίνει όμως ότι η πολιτική συζήτηση πρέπει να γίνεται με πραγματικά συγκριτικά στοιχεία, όχι με εύκολες γενικεύσεις.
Διότι ο λαϊκισμός έχει ένα αγαπημένο κόλπο: παίρνει ένα αληθινό κοινωνικό άγχος και το μετατρέπει σε ψεύτικη βεβαιότητα. Ναι, υπάρχει πίεση. Όχι, δεν σημαίνει ότι όλα είναι όπως τα φωνάζουν όσοι επενδύουν στην οργή.
Στέγη, Ευρώπη, δημοσιονομική σοβαρότητα
Στο στεγαστικό, η Κομισιόν, σύμφωνα με την περίληψη, επισημαίνει ότι δεν αρκούν μόνο φορολογικά κίνητρα για να βγουν κλειστά ακίνητα στην αγορά, αλλά χρειάζεται και νομική κατοχύρωση, αλλαγές σε κανόνες προστασίας ιδιοκτητών, πολεοδομικούς κανονισμούς και όρους αδειοδότησης. Αυτό είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα προβλήματος που δεν λύνεται με ένα σύνθημα. Θέλει θεσμούς, κανόνες, ισορροπία ανάμεσα σε ιδιοκτήτες και ενοικιαστές, διοικητική ικανότητα και παραγωγικότητα στον κατασκευαστικό κλάδο.
Εδώ φαίνεται και η πραγματική γραμμή διαχωρισμού. Από τη μια, η πολιτική που προσπαθεί να μετατρέψει σύνθετα προβλήματα σε εφαρμόσιμες παρεμβάσεις. Από την άλλη, η πολιτική που περιμένει να μαζέψει δυσαρέσκεια, χωρίς να εξηγεί ποιος πληρώνει, ποιος εφαρμόζει, ποιος εγγυάται και με ποιο χρονοδιάγραμμα.
Και πάνω από όλα αυτά υπάρχει το ευρωπαϊκό πλαίσιο. Το ΔΝΤ προειδοποιεί, σύμφωνα με το brief, ότι η ΕΕ θα κληθεί να αντιμετωπίσει τεράστιες δαπάνες σε άμυνα, ενέργεια και συντάξεις τα επόμενα 15 χρόνια, εκτιμώντας ότι το δημόσιο χρέος στην ΕΕ μπορεί να φτάσει το 130% του ΑΕΠ έως το 2040 χωρίς μέτρα. Προτείνει μεταρρυθμίσεις, δημοσιονομική εξυγίανση και κοινό δανεισμό.
Αυτό είναι το τοπίο στο οποίο καλείται να σταθεί η Ελλάδα. Όχι σε μια φαντασιακή εποχή όπου όλα λύνονται με ένα «όχι», μια πλατεία και μια συναισθηματική έξαρση. Η χώρα χρειάζεται κυβέρνηση που καταλαβαίνει ότι οι επιλογές έχουν κόστος και ότι η αξιοπιστία είναι εθνικό κεφάλαιο. Η Νέα Δημοκρατία μπορεί και πρέπει να κριθεί για λάθη, καθυστερήσεις, αστοχίες και τομείς όπου η καθημερινότητα δεν έχει βελτιωθεί όσο πρέπει. Αλλά η σύγκριση δεν γίνεται με το τέλειο. Γίνεται με την πραγματική εναλλακτική.
Η επιστροφή δεν είναι απάντηση από μόνη της
Ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί να εμφανιστεί ως νέος πόλος. Όμως η χώρα έχει ξανακούσει υποσχέσεις που παρουσιάστηκαν ως ιστορικές τομές. Έχει ξαναδεί την επικοινωνία να βαφτίζεται κίνημα και την καταγγελία να παρουσιάζεται ως πρόγραμμα. Το ζητούμενο τώρα είναι απλό: συγκεκριμένες θέσεις, κοστολογημένες πολιτικές, ευρωπαϊκή αξιοπιστία, απαντήσεις στα καθημερινά προβλήματα.
Αν το νέο κόμμα έρθει να πει κάτι συγκεκριμένο για τις μεταφορές, την ενέργεια, τη στέγη, τη δημοσιονομική αντοχή, την ευρωπαϊκή θέση της χώρας, ας ακουστεί και ας κριθεί. Αν όμως έρθει απλώς να ξαναστήσει τον παλιό διχασμό με καινούργια σκηνικά, τότε η απάντηση πρέπει να είναι καθαρή: η Ελλάδα δεν έχει χρόνο για πολιτικές αναπαλαιώσεις.
Η Νέα Δημοκρατία δεν δικαιούται εφησυχασμό. Η εμπιστοσύνη δεν είναι λευκή επιταγή. Κερδίζεται κάθε μέρα, στο λεωφορείο που πρέπει να έρθει στην ώρα του, στον λογαριασμό που πρέπει να είναι ανεκτός, στο σπίτι που πρέπει να μπορεί να βρει μια οικογένεια, στο κράτος που πρέπει να λειτουργεί με αξιοπρέπεια. Αλλά απέναντι σε αυτό δεν μπορεί να σταθεί η νοσταλγία του πολιτικού θεάματος.
Το πραγματικό ραντεβού δεν είναι με την Ιστορία. Είναι με την ευθύνη. Και σε αυτό το ραντεβού δεν αρκεί να είσαι παρών. Πρέπει να έχεις σχέδιο.